Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

H ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Αναδημοσιεύουμε από το ιστολόγιο kibi-blog.blogspot.gr

Στη λέξη φιλανθρωπία υπάρχει μια βαθιά αντίφαση, στα όρια του οξύμωρου. Ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος.
Όπως ο λύκος δεν μπορεί να είναι φιλόλυκος, ούτε η κότα φιλόκοτα και ο σκύλος φιλόσκυλος.
Ο σκύλος, ναι, μπορεί να είναι φιλάνθρωπος, ως το κατεξοχήν κατοικίδιο που έχει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική προσκόλληση στο είδος μας.
Η κότα δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ φιλάνθρωπη, αν είχε μια ελάχιστη επίγνωση του προορισμού της ως σούπας ή κοκκινιστής.
Η γάτα, αν και εξίσου προσκολλημένη στον άνθρωπο και τα ενδιαιτήματά του, δεν είναι φιλάνθρωπη. Είναι απλώς φίλαυτη.
Κι επειδή αγαπάει τον εαυτό της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- αν μπορεί να αποκληθεί αγάπη το ένστικτο αυτοσυντήρησης που έχει κάθε ον-, συμβιβάζεται με την αναγκαστική συνύπαρξή της με τον άνθρωπο. Είναι μια κατεξοχήν φιλόγατα που συνδέεται με μνημόνιο κατανόησης με τον άνθρωπο, αν υποθέσουμε ότι η βάση της συνύπαρξής της μ’ αυτόν είναι να πιάνει ποντίκια ή να προσφέρει το σώμα της στην ανθρώπινη ανάγκη για τρυφερότητα και χάδι.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Μπορεί να είναι φιλόζωος ή ζωόφιλος – ας μην μπλέξουμε με την αυθεντική έννοια των δυο ταυτόσημων λέξεων, ποια σημαίνει την αγάπη για τη ζωή και ποια για τα ζώα. Φιλάνθρωπος μπορεί να είναι μόνον ο άνθρωπος που θεωρεί πως μόνος αυτός -άντε, και μερικοί ακόμη φίλοι, συγγενείς, άτομα της τάξης του, της αισθητικής του, της ιδεολογίας του- έχει ξεφύγει από την κατάσταση του ζώου και αντιμετωπίζει τους άλλους του είδους του ως ζώα, που έχουν την ανάγκη της φιλανθρωπίας του (ή της ζωοφιλίας του) και του οφείλουν ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν.
Ακόμη κι αν αποδεχθεί κανείς τη χριστιανική αντίληψη της φιλανθρωπίας, πρέπει να εκκινήσει από τη βάση της, που είναι η φιλαυτία. «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», λέει το ευαγγελικό πρόταγμα.
Αλλά αυτό προϋποθέτει, πρώτον, να αγαπάς τον εαυτό σου. Δεύτερον, να αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου σε μια κατάσταση ισότητας με τον πλησίον. Τρίτον, να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια ενότητα με τον πλησίον. Δηλαδή, να αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη φύση σου, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Hobbes στον «Λεβιάθαν» του: «Η φύση έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους ίσους ως προς τις ικανότητες του σώματος και του νου, ώστε (…) η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι τόσο αξιοσημείωτη που να μπορεί κανείς να αξιώνει για τον εαυτό του οποιοδήποτε ωφέλημα το οποίο κάποιος άλλος να μη μπορεί εξίσου καλά να το αξιώσει».
Η φιλανθρωπία είναι η άλλη όψη της έκπτωσης από τη φυσική κατάσταση ισότητας. Πριν γίνουμε «φιλάνθρωποι», έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι από μας, έχουν χάσει ωφελήματα που για μας είναι αυτονόητα ή φυσικά: το σπίτι τους, μια πατρίδα, ένα αξιοπρεπές εισόδημα, μια δουλειά. Έχουμε, δηλαδή, αποδεχθεί μια αφύσικη κατάσταση ανισότητας. Στην οποία μπορεί και να έχουμε συμβάλει. Με την απληστία μας, την ανοχή μας ή τη σιωπή μας.
Σιχαίνομαι τη φιλανθρωπία. Έστω κι αν σπάνια αντιστέκομαι στον πειρασμό ν’ αγοράσω ένα πακέτο χαρτομάντιλα από τα φανάρια, να υποστώ το καθάρισμα του παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή να δώσω στο αποστεωμένο «τζάνκι» το ευρώ με το οποίο υποτίθεται θα αγοράσει τυρόπιτα και δεν θα τσοντάρει για την επόμενη δόση του. Εξαγοράζω τις τύψεις μου για το γεγονός ότι εγώ ακόμη είμαι «εντός», όταν τόσοι άλλοι είναι «εκτός», όπως οι χριστιανοί με τον οβολό τους θαρρούν ότι διαγράφουν μια από τις αμαρτίες τους και κερδίζουν ένα μέτρο στον μαραθώνιο προς τον παράδεισο. Είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Διόλου αθώα και ανιδιοτελής, πρέπει να ομολογήσω.
Αλλά η οργανωμένη βιομηχανία φιλανθρωπίας, στην οποία συνωθούνται θύτες και θύματα, μου είναι απεχθής. Είναι μια κολοσσιαία απάτη. Ανοίγεις το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, την εφημερίδα κι είσαι μπροστά σε μια παρέλαση δημίων που περιθάλπουν τα θύματά τους λίγο πριν τα καρατομήσουν. Ή και έπειτα απ’ αυτό. Άλλος μαζεύει ρούχα, άλλος λεφτά, άλλος φάρμακα, άλλος τρόφιμα, αφού πρώτα έγδυσε, ξάφρισε, αρρώστησε και άφησε νηστικό τον αποδέκτη της αλληλεγγύης του. «Όλοι μαζί μπορούμε», «κανείς μόνος του στην κρίση». Γιατί δεν επεδείκνυαν προληπτικά την αλληλεγγύη τους, πριν η κρίση ξεβράσει τα θύματά της στο περιθώριο; Τι είπαν και τι έκαναν όταν περικόπτονταν οι μισθοί, όταν οι συντάξεις έπεφταν στα όρια της πείνας, όταν θερίζονταν τα προνοιακά επιδόματα, και μάλιστα με το ανάθεμα της επαίσχυντης εύνοιας σε «κηφήνες», όταν το ΕΣΥ και τα Ταμεία λεηλατούνταν, όταν η τρόικα πετσόκοβε το ανάπηρο κοινωνικό κράτος κι όταν η μνημονιακή ύφεση πλημμύριζε με λουκέτα και ανέργους τα οικονομικά ερείπια; Σε ποιο μέτρο κοινωνικής καταστροφής λένε «όχι» ακόμη και σήμερα οι πρωταθλητές της φιλανθρωπίας; Το αντίθετο ακριβώς συνέβη και συμβαίνει. Οι φανατικότεροι φιλάνθρωποι είναι οι κάτοχοι του μνημονιακού πρωταθλήματος. Αυτό θα μπορούσε λαϊκά να εκφραστεί και ως εξής: «Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι». Ή «πρώτα μας χέζουν και μετά μας σκουπίζουν».
Σας ακούγεται χυδαίο; Όμως, δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν την αναδιανομή της δυστυχίας των θυμάτων επειδή τους είναι αδιανόητη η αναδιανομή του πλούτου των θυτών; Δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν να οικοδομηθεί στα ερείπια του κοινωνικού κράτους που οι ίδιοι κατεδάφισαν ένα εθελοντικό υποκατάστατό του; Δεν είναι πιο χυδαίο οι χρυσοδάκτυλοι της διαπλοκής και του πλιάτσικου στον κοινωνικό πλούτο να διαγκωνίζονται σε «μαραθώνιους της αλληλεγγύης»;
Η κοινωνία δεν χρειάζεται «ανιματέρ» του ανθρωπισμού, ούτε «σελέμπριτι» του πλούτου και της «γκλαμουριάς» για να αφυπνιστούν τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της. Χρειάζεται μηχανισμούς εξάλειψης της φτώχειας, της ανισότητας και της περιθωριοποίησης. Συζητάει κανείς γι’ αυτό; Όχι. Αλλά, όταν θεωρείται αδιανόητο να μείνει ανεξόφλητος ο ομολογιούχος -κατά κανόνα μέλος του πλουσιότερου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού που ευθύνεται για την εξαθλίωση του φτωχότερου 30%- και αυτονόητο να «κουρευτεί» ο συνταξιούχος των 600 ευρώ, το αποτέλεσμα είναι θα είναι αυξάνονται επικίνδυνα οι επαίτες και αποδέκτες της φιλανθρωπίας. Κι είναι μάλλον απίθανο να εξαγοραστούν η επικινδυνότητα και η σιωπή τους με τα ψίχουλα της επαιτείας.
Αλλά η βιομηχανία της φιλανθρωπίας προτιμά ακριβώς αυτό: να καταστήσει τους ανθρώπους, ακόμη και τους φτωχότερους και δυστυχέστερους, συνενόχους της φτώχειας και της δυστυχίας τους. Να τους πείσει ότι οι αναξιοπαθούντες πλησίον τους είναι θύματα μιας «φυσικής ανισότητας», εξίσου ακατανίκητης με τις θεομηνίες ή τις φυσικές καταστροφές. Έτσι, δεν αγαπούν τον πλησίον τους ως σεαυτόν. Απλώς, τον οικτίρουν και τον απομακρύνουν σε απόσταση ασφαλείας. Τον αντιμετωπίζουν ως απειλή που πρέπει να εξευμενιστεί. Κατ’ ουσίαν τον μισούν γιατί υπάρχει, παρ’ ότι η εξαθλίωση του άλλου είναι προϋπόθεση της δικής τους -υπαρκτής ή φανταστικής- ευδαιμονίας, καθιστώντας τη φιλανθρωπία μια αυθεντική μισανθρωπία.
Να μια ακραία αλλά αυθεντική εκδοχή της μισάνθρωπης φιλανθρωπίας: ο Τζορτζ Σόρος, από τους πλουσιότερους και πιο αδίστακτους κερδοσκόπους στον κόσμο, άμεσα υπεύθυνος εκτεταμένων ανθρωπιστικών καταστροφών που προκάλεσε το παιχνίδι του με τα νομίσματα, τις μετοχές ή τα εμπορεύματα, είναι και «ιδιοκτήτης» ενός από τα μεγαλύτερα δίκτυα «φιλανθρωπίας» στον κόσμο. Αν κάθε χρόνο εκπονεί και κάποιου είδους ισολογισμό των αλληλοαναιρούμενων δράσεών του, με τη φιλοδοξία να ισοσκελίσει τα μεγέθη της καταστροφής και της σωτηρίας, υποθέτω ότι θα τρομάζει κι ο ίδιος με το τερατώδες έλλειμμα στο ισοζύγιο του οίκτου του.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
ΠΗΤΣΑΜ: Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιερεμίας Ιωνάθαν Πήτσαμ, της Α. Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας είναι να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα… Η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχω τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο. Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι, άντε και το συνηθίσει ο άλλος, δεν του λέει τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη σας κακοφανεί, γίναμε και γουρούνια. Βλέπεις στη γωνία έναν ωραίο γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχονο και κομμένο το δεξί του χέρι, τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά να σου πάλι ο κουλός στη γωνία του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί ο κουλός μπροστά σου  για τρίτη φορά, σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δύο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό, ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε… Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.
Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Η όπερα της πεντάρας

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Μας κλέψαν και το δίγαμμα...

Χωρίς άλλα σχόλια αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Παντελή Μπουκάλα από την Καθημερινή της Κυριακής 16-12-2012.
Μας κλέβουν το πετρέλαιο – και «ως γνωστόν», η Μεσόγειος αξίζει όσο χίλιες και μία Αραβίες. Μας αρπάζουν το χρυσάφι – και «ως γνωστόν» η Ελλάδα όχι μόνο διαθέτει πλουσιότατες φλέβες στα βουνά της, αλλά βρίσκεται ολόκληρη πάνω σε μια τεράστια πλάκα χρυσού, απομεινάρι μεγαλείου του Χρυσού Γένους. Μας κλέβουν τα πανίσχυρα όπλα που έθαψαν οι αρχαίοι στο πεδίο της μάχης του Μαραθώνα – γι’ αυτό είχαν στήσει εκεί τη βάση τους οι Αμερικανοί, για να τα σφετεριστούν. Μας κλέβουν το ουράνιο, το όσμιο, το λουτέσιο, τον κόκκινο υδράργυρο και πολλά άλλα σπανιότατα ορυκτά που, αν τα αξιοποιούσαμε, θα ξεπληρώναμε το χρέος μας και το χρέος όλων των φτωχών λαών του κόσμου. Μας κλέβουν τον ήλιο, τους ανέμους, τη Μακεδονία, τη Μάνη, το Πήλιο, τις βραχονησίδες. Κι από πάνω μάς αεροψεκάζουν. Για να μας αποκολοκυνθώσουν.
Κάπως έτσι πάει το πράμα για κάποιους από τους δημοφιλέστερους κατασκευαστές ή τροφοδότες της κοινής γνώμης, όποιου είδους κι αν είναι ο «πομπός» του, τηλεοπτικός, ραδιοφωνικός, εφημεριδογραφικός, διαδικτυακός, κομματικός. Από συνωμοσία σε συνωμοσία και από κλοπή σε κλοπή, αφού μάς έχουν βάλει στο στόχαστρό τους Σόροι, μασόνοι, σιωνιστές, «τροτσικιστές», Νεφελίμ, παπικοί, Τούρκοι, Σκοπιανοί, Αλβανοί – οι Διάβολοι Πάντες, για να αναποδογυρίσουμε μαρξιστικώ τω τρόπω (θου, Κύριε...) τους «Αγίους Πάντες». Ο στόχος τους να μας αφελληνίσουν, να μας εκθρονίσουν από την περιουσιότητά μας, να νοθεύσουν το αίμα μας. Υπερβολές; Ναι. Οσο υπερβολικό φαντάζει και το υψηλό δημοσκοπικό ποσοστό της Χ.Α., η οποία δεν γεννήθηκε στο κενό και δεν έχει ανάγκη να φτιάξει ιδεολογία εκ του μηδενός: τη βρίσκει έτοιμη στον ψυχισμό των θαυμαστών της (παλαιόθεν πεπεισμένων ότι υπερέχουμε παγκοσμίως και εκ γενετής, πλην μας επιβουλεύονται όλοι οι κακοί του κόσμου) και απλώς την ανασύρει, την οργανώνει και την κεφαλαιοποιεί.
Τώρα λοιπόν, μετά τα υλικά και τα απτά, μας κλέβουν και τα άυλα, τα αχειροποίητα, τα πνευματικά. Τα φωνήεντά μας. Εφτά τα είχαμε και τα λατρεύαμε, γιατί μόνο η δική μας γλώσσα πλάστηκε από τους θεούς και μας δόθηκε εξαρχής τέλεια, σε χρόνια αρχαϊκά, με τις πλάκες του Φωνηεσέως, επί του ιερού Ολύμπου. Η αλήθεια βέβαια είναι, όπως τουλάχιστον τη γράφουν τα λεξικά (και μάλιστα το θεμελιώδες «Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης» του Henry Liddel και του Robert Scott), ότι «το γράμμα Ω εισήχθη επισήμως εν Αθήναις επί του άρχοντος Ευκλείδου (403 π.Χ.)», κατά δε «τους χρόνους του Αδριανού εισήχθη το εν τω νυν σχήματι ω, δηλ. οο», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν ανελλήνιστοι ή ήδη αφελληνισμένοι όσοι τα έγραφαν «αμφότερα εν ταις αρχαιοτάταις επιγραφαίς διά του αυτού γράμματος Ο». Αλήθεια είναι επίσης ότι κάποια στιγμή πάψαμε να λέμε το ω-μέγα σαν ανοιχτό ο και το ό-μικρον σαν κλειστό. Αλλά δεν φταίμε εμείς. Μας πήραν στον λαιμό τους οι ξένοι, οι ελληνιστάριοι. Δεν τους έφτανε που τους κατακτήσαμε για να τους εκπολιτίσουμε παρά ήθελαν να μάθουν και την ιερή μας γλώσσα. Και την έφθειραν. Κι έρχονται τώρα οι ανθέλληνες, δάσκαλοι σου λέει μα στην ουσία φίδια κολοβά, κι αντί να διδάξουν στα παιδιά αρχαία από το Νήπιο, ώστε να γίνουν φωστήρες και να θεραπεύσουν πιθανή δυσλεξία τους, τα μαθαίνουν πως έχουμε μόνο πέντε φωνήεντα, α, ε, ι, ο, ου. Τα άλλα τα φάγανε. Το καημένο το ωμέγα. Το ήτα. Το ύψιλον. Σε λίγο θα φάνε και το έψιλον. Και το άλφα. Για να μην μπορούμε να γράφουμε «Ελλάς». Οι τρισάθλιοι συνωμότες, σπορά εκείνων των αθλίων που μας έκλεψαν το δίγαμμα, το έκτο γράμμα του αλφαβήτου μας, το καμάρι μας.
Οπότε; Οπότε, πάνω που μάλλον αφελώς είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε ότι αυτή τη φορά η επιστήμη νίκησε την ιδεοληψία και τη φαντασιοπληξία· ότι δηλαδή η άμεση, μαζική και πλήρως τεκμηριωμένη αντίδραση φιλολόγων και γλωσσολόγων (ανάμεσά τους και οι κορυφαίοι, οι εθνικοί) καταπράυνε την «ιερή οργή» όσων έβλεπαν μία επιπλέον ανθελληνική συνωμοσία, με στόχο τα φωνήεντα, προέκυψε το εξώδικο που κατέθεσαν οι γονείς των μαθητών του 3ου Δημοτικού Καλλιθέας εναντίον του σχολείου και του υπουργείου Παιδείας. Υιοθετώντας την άποψη ενός μόνο «έγκριτου επιστήμονα» και χαρακτηρίζοντας «φαιδρά» τα επιχειρήματα των 140 γλωσσολόγων που υπεράσπισαν τα αυτονόητα, τους οποίους άλλωστε εγκλωβίζουν σε εισαγωγικά («γλωσσολόγοι») για να δείξουν ότι τους περιφρονούν, διακηρύσσουν: «Είναι καιρός να αντιδράσουμε δυναμικά και να ακυρώσουμε μόνοι μας κάθε προσπάθεια καταστροφής της γλώσσας μας, διαστρέβλωσης της ιστορίας μας και εξοβελισμού της εθνικής μας ταυτότητας»... Εδώ πράγματι θα χρειάζονταν και τα εφτά φωνήεντα των αρχαίων για να ακουστεί το δυνατόν ηχηρότερα η κραυγή που θα σήμαινε «Ελεος πια με την ανελλήνιστη ελλαδοφροσύνη», κι όχι βέβαια των γονέων αλλά των «πνευματικών» τους.
Κρίμα όμως. Γιατί να ξοδεύουν τα βόλια τους κατά των συγγραφέων της Γραμματικής οι εξωδικοβόλοι; Ας χτυπήσουν το κακό στη ρίζα του. Ιδού τι απαράδεκτα έγραφε ο Γ.Ν. Χατζιδάκις το 1901, στο κείμενό του «Σύντομος επιθεώρησις της ιστορίας της ελληνικής γλώσσης», δημοσιευμένο ως εισαγωγή στο Λεξικό Liddel - Scott: «Εν ταις αρεταίς της νεωτέρας λαλουμένης Ελληνικής καταλεκτέον και τούτο, ότι καθά η Αττική διάλεκτος αποφεύγουσα την αλλεπαλληλίαν των φωνηέντων συνήρεσε και συνέστειλε πολυειδώς τας λέξεις, ούτω και η νεωτέρα διά συχνής συνιζήσεως, εκθλίψεως και αφαιρέσεως των λεπτοτέρων φωνηέντων i (ι, ει, η, υ, οι, υι), e (ε, αι), τους εκ πολλών άλλων προελθόντας ισχνούς φθόγγους τούτους, απειλούντας να βλάψωσιν την ευφωνίαν της γλώσσης, πολλαχώς εξέβαλεν, αφήκε δε τους αδροτέρους α, ο, ου· εντεύθεν η προφορά ημών έχει μεν μονοτονίαν τινά (άτε πέντε μόνον φωνήεντα: α, ο, u, ε, ι και ολίγας διφθόγγους: καϊμός, τα είδα, λεϊμόνι, βώιδι, το είδα, του είπα, περιέχουσα), αλλ’ όμως δεν υπερισχύει τουλάχιστον εν αυτοίς ο ασθενέστατος φθόγγος i. Διά της συνιζήσεως και αφανισμού των ασθενεστέρων φωνηέντων ηλαττώθη και η εντός λέξεως και μεταξύ δύο λέξεων χασμωδία σφόδρα».
Ακου πράγματα, και μάλιστα από τη γραφίδα του «σοφού της Γλωσσολογίας καθηγητού», όπως τον εγκωμιάζει στον πρόλογό του ο εκδότης. «Πέντε μόνον φωνήεντα»; Εξώδικο και στον Παράδεισο. Και να σβηστεί αμέσως αυτό που λένε οι Εγκυκλοπαίδειες. Πως τάχα «ο Γ. Ν. Χατζιδάκις είναι ο πατέρας της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα». Ο φωνηεντοκτόνος...

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Η κρυφή γοητεία του νεοναζιστικού λόγου και η υλοποίηση της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής

Αναδημοσιεύουμε την απάντηση των παρεμβάσεων σε δημοσίευμα του Έθνους περί αξιολόγησης:

Με ένα δημοσίευμα που το ύφος του θα ζήλευε ο Κασιδιάρης και το στήσιμο του ο Γκέμπελς, η εφημερίδα Έθνος επιδιώκει να προωθήσει τις απολύσεις και την αξιολόγηση στη δημόσια εκπαίδευση, να υποκινήσει τον κοινωνικό αυτοματισμό και να διοχετεύσει τον ηθικό πανικό στους κόλπους τής εκπαιδευτικής κοινότητας, συκοφαντώντας έναν από τους πιο ευαίσθητους κλάδους του δημοσίου, αυτόν των εκπαιδευτικών . Ο πυρήνας της λογικής του δημοσιεύματος κωδικοποιείται ως εξής: «αυτή τη στιγμή το 10% των εκπαιδευτικών είναι ψυχικά πάσχοντες, πράγμα το οποίο μπορεί να τους οδηγήσει στο να κάνουν κακό στα παιδιά μας. Πρέπει λοιπόν, να υπάρξει μια σκληρή αξιολόγηση που θα εντοπίσει και θα διώξει τους ψυχοπαθείς». Η συντάκτρια επικαλείται αγνώστου προελεύσεως και αμφιβόλου αξιοπιστίας στοιχεία και, παραβιάζοντας κάθε αρχής δημοσιογραφικής δεοντολογίας, συντάσσεται με τις απόψεις νεοφασιστικών φορέων για την αντιμετώπιση των κοινωνικά ευάλωτων κοινωνικών κατηγοριών.
Τι να πρωτοπεί κανείς για το δημοσίευμα;
Πρώτα απ’ όλα ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ψυχική ασθένεια είναι πλήρως στερεοτυπικός και αναπολεί την εξόντωση των ψυχικά σθενών που συντελούνταν στη χιτλερική Γερμανία: ο ψυχικά ασθενής δεν είναι ένας άνθρωπος που χρειάζεται υποστήριξη και μπορεί να εντάσσεται στην κοινωνία και την παραγωγή, αλλά ένα εν δυνάμει επικίνδυνο άτομο, πιθανός παιδόφιλος ή ακόμα και φονιάς… Αναφέρει ενδεικτικά το άρθρο: «Ο ένας στους δέκα εκπαιδευτικούς πάσχει από κάποιας μορφής ψυχική διαταραχή. Από απλή κατάθλιψη μέχρι και σοβαρά ψυχολογικά νοσήματα, που ενδεχομένως να τον οδηγήσουν με κατάλληλες συνθήκες, είτε σε βία μέσα στην τάξη, είτε στην τοξικομανία, είτε στον χώρο της παιδοφιλίας, της πορνογραφίας και της σεξουαλικής παρενόχλησης των ανυποψίαστων μαθητών». Υπάρχει μήπως εδώ κάποια ομοιότητα με το ναζιστικό λόγο για την ψυχική ασθένεια;
Από εκεί και πέρα σύμφωνα με τη λογική του δημοσιεύματος ο ασθενής είναι είτε τεμπέλης, είτε κάποιος «πονηρός» που αναζητεί τη θαλπωρή του δημοσίου: «Μέχρι στιγμής, αυτή η «κάστα ανθρώπων», που σημειωτέον, αν και γνωρίζει το πρόβλημά της αποδέχεται τον διορισμό, αντιμετωπίζεται από την πολιτεία σαν να μην υπάρχει». Ή λίγο πιο κάτω: «Οσοι από αυτούς (τους ψυχικά άρρωστους) «τσεκάρονται» εγκαίρως, τοποθετούνται κατευθείαν σε διοικητικές θέσεις στην εκπαίδευση και όχι σε σχολεία. Δεν είναι λίγοι, όμως, εκείνοι που ξεφεύγουν και διδάσκουν κανονικά». Είναι ολοφάνερη η αντιστροφή της πραγματικότητας και η διαγραφή μερικών κρίσιμων ερωτημάτων. Ο ψυχικά ασθενείς μόνο που δεν παρουσιάζεται ως ένα πανούργο άτομο που βρίσκει έναν τρόπο να λουφάρει… Παραβλέπονται οι δικές του ανάγκες για εργασία, κοινωνική αποδοχή κλπ. Για το δημοσίευμα ο ψυχικά ασθενής δεν έχει πρόβλημα, αλλά είναι ο ίδιος πρόβλημα.
Στο ίδιο πλαίσιο τονίζεται:  «Η οικονομική κρίση επιτείνει αυτήν την πίεση των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα περιστατικά που ο δάσκαλος βγάζει στην επιφάνεια... τις κρυφές του πλευρές!». Για τον συντάκτη του κειμένου είναι δεδομένο ότι στην εποχή της κρίσης και του ΔΝΤ δεν πρέπει να υπάρχει ίχνος κοινωνικής ευαισθησίας και πρέπει να απεμπολούνται όλες οι αρχές του κοινωνικού κράτους και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Καταλήγει στον κοινωνικό δαρβινισμό που όποιος ανταπεξέρχεται με μεγαλύτερη δυσκολία , πρέπει να ωθηθεί εκτός κοινωνίας Φυσικά ξεχνάει να θέσει ένα βασικό ερώτημα, που δεν είναι άλλο από το τι θα συμβεί σε έναν άνθρωπο που είναι ψυχικά ευάλωτος αν χάσει τη δουλειά του σε μια χώρα με 30% ανεργία. Ουσιαστικά το κείμενο υιοθετεί μια λογική καιάδα, καθώς ο άνθρωπος που δεν έχει αυξημένους ρυθμούς παραγωγικότητας ή έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες πρέπει να καταδικαστεί στην εξαθλίωση
Όμως το κείμενο δεν σταματάει εδώ. Η έννοια της ψυχικής ασθένειας διευρύνεται τόσο πολύ ώστε να αγκαλιάζει ένα φάσμα συμπεριφορών, πλήρως απενεχοποιημένων σε όλες τις δημοκρατικές κοινωνίες: «Δεκάδες καταγγελίες για καθηγητές αδιάφορους, περίεργους ή που χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας δέχεται και ο Συνήγορος του Πολίτη». Αυτός που χρήζει ψυχιατρικής βοήθειας σχεδόν ταυτίζεται με τον «περίεργο» και τον «αδιάφορο». 
Φυσικά από ένα τέτοιο άρθρο δεν μπορεί να λείπει το γκαιμπελίστικο στήσιμο, η παραβίαση βασικών κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και υιοθέτηση βασικών αρχών της προπαγάνδας, που βασίζονται είτε στην αποσιώπηση είτε στη διαστρέβλωση στοιχείων. Τελείως αυθαίρετα και αντιεπιστημονικά η συντάκτης εντάσσει στο άρθρο ποσοστά που αναφέρονται είτε στο σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης, είτε στις χαμηλές προσδοκίες και το στρες που μπορεί να έχει ένας εργαζόμενος ο οποίος συντρίβεται μισθολογικά και εργασιακά. Παραβλέπει το γεγονός ότι το εργασιακό στρες συναντάται πολύ συχνά στο σύνολο των επαγγελματικών χώρων, ως απόρροια των πολιτικών λιτότητας ή ελαστικοποίησης της εργασίας. Ειδικότερα,  το άγχος είναι το δεύτερο σε συχνότητα αναφερόμενο πρόβλημα υγείας και επηρεάζει το 28% των εργαζομένων στην Ευρώπη. Προφανώς , σύμφωνα με τη λογική της «δημοσιογράφου» οι 34 αυτόχειρες της France telecom ορθώς αυτοκτόνησαν και ήταν δικό τους πρόβλημα. Παραβλέπει μάλλον η ίδια ότι ο κλάδος που διεθνώς επιδεικνύει τα υψηλότερα ποσοστά ψυχικών διαταραχών είναι των δημοσιογράφων και ότι το ταμείο τους, ο ΕΔΟΕΑΠ, έχει από τα υψηλότερα ποσοστά συνταγογράφησης ψυχοφαρμάκων. Εντούτοις κανείς δε διανοήθηκε να υποστηρίξει ότι πρέπει να απολυθούν οι δημοσιογράφοι με ψυχικά προβλήματα, ούτε βέβαια κανένας άλλος εργαζόμενος με ψυχικά προβλήματα. Είναι κατάκτηση της ανθρωπότητας, από τότε που σταμάτησαν οι λοβοτομές και οι συναφείς βάρβαρες πρακτικές, οι ψυχικά ασθενείς να εντάσσονται στην κοινωνία χωρίς διακρίσεις, αλλά φαίνεται ότι η ίδια αναπολεί την «ντροπή» της Λέρου.  
Ο γκαιμπελισμός δε σταματάει εδώ. Αναφέρει το άρθρο: «Εκπρόσωποι συλλόγου γονέων και κηδεμόνων, στη διάρκεια του σχολικού έτους 2010-2011, προσέφυγαν στο ΣτΠ, καταγγέλλοντας ξυλοδαρμούς και ανάρμοστη, υβριστική συμπεριφορά εκ μέρους καθηγήτριας γυμνασίου και ζητώντας την απομάκρυνσή της από τη σχολική μονάδα, όπως και έγινε, ύστερα από διενέργεια ΕΔΕ». Κοινώς, αναφέρει ότι και με το υπάρχον νομικό πλαίσιο τέτοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται! Παρόλα αυτά, το παράδειγμα δίνεται για να υποστηρίξει την «ανεπάρκεια» του συστήματος και την ανάγκη αξιολόγησης. Λες και μπορεί να υπάρξει κάποιο σύστημα που θα μαντεύει ποιος εκπαιδευτικός μπορεί να χάσει την ψυχραιμία του. Στο ίδιο πλαίσιο στο τέλος του άρθρου αναφέρονται «πέντε υποθέσει σοκ». Στην πρώτη λέγεται ότι «Οι γονείς κατήγγειλαν περιστατικά βίας και ξυλοδαρμού, έκθεση σε κίνδυνο με αποβολές από την αίθουσα χωρίς επίβλεψη, ψυχολογική βία και εκφοβισμό στα νήπια. Τελικά η νηπιαγωγός απομακρύνθηκε». Και πάλι η συντάκτης του κειμένου χρησιμοποιεί για την επίρρωση των ισχυρισμών της ένα παράδειγμα που καταλήγει στην απομάκρυνση του εκπαιδευτικού... Τελικά η απομάκρυνση ενός εκπαιδευτικού δεν είναι και τόσο σπάνια, όσο ισχυρίζεται.
Υπάρχει όμως και συνέχεια. Η συντάκτης παρουσιάζει μια σειρά από περιστατικά για να πείσει τους αναγνώστες για τους τεράστιους κινδύνους που διατρέχουν τα παιδιά τους. Κοινή συνισταμένη όλων, η τραγική κατάληξη. Και εδώ εμφανής είναι η προσπάθεια να προκληθεί φόβος, προκειμένου να αποδεχτεί η κοινή γνώμη την κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική. Τι ξεχνάει να πει;  Ότι καμιά αξιολόγηση δε θα προβλέψει αν κάποιος σκοτώσει τη γυναίκα του, ή αν αποφασίσει να βλάψει τον εαυτό του διακόπτοντας τη φαρμακευτική του αγωγή ή κάνοντας χρήση ναρκωτικών. Αν μπορεί να το κάνει αυτό, μάλλον θα μιλάμε για μια ολοκληρωτικού τύπου διαδικασία, που θα μπορεί να στιγματίσει ανεξίτηλα ανθρώπους και να καταστρέψει ζωές και υπολήψεις. Παραγνωρίζει βέβαια εντελώς ότι αντίστοιχες καταστροφικές ή αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές καταγράφονται σε εργαζόμενους όλων των κλάδων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Φυσικά, από ένα τέτοιο άρθρο δεν θα μπορούσε να λείπει η παιδοφιλία και η σεξουαλική παρενόχληση. Η συντάκτης αναφέρεται στη δήθεν ατιμωρησία των παιδόφιλων και στο διεφθαρμένο καθεστώς που τους στηρίζει. Τι ξεχνάει; Ξεχνάει να πει ότι το εκπαιδευτικό κίνημα ποτέ δεν υπερασπίστηκε τέτοιες περιπτώσεις και ότι το υπάρχον πλαίσιο προβλέπει την αντιμετώπισή του. Και θα τολμήσουμε να πούμε και κόντρα στο ρεύμα, ότι ξεχνάει επίσης να πει ότι και η συκοφάντηση, ή η καταστροφή της ζωής και της υπόληψης ενός ανθρώπου είναι και αυτές μέσα στη ζωή. Κοινώς, ότι είναι μια κατάκτηση του πολιτισμού μας, το ότι για να είναι ένοχος κάποιος δεν φτάνει η καταγγελία, αλλά χρειάζεται κα η απόδειξη του εγκλήματος… Μία από τις κλασικές συμβουλές που δίνεται, άλλωστε, στα αγγλοσαξονικά παιδαγωγικά εγχειρίδια είναι ότι ο καθηγητής δεν πρέπει να αγγίζει τους μαθητές του, ιδίως του άλλου φύλου, στην πλάτη για να μην βρεθεί κατηγορούμενος για σεξουαλική παρενόχληση, πράγμα που δείχνει πόσο περίπλοκα είναι μερικά θέματα.
Συνοψίζοντας, έχουμε να κάνουμε με ένα άρθρο που προσπαθεί να διεγείρει τους φόβους των γονιών και να πατήσει πάνω στις διαδεδομένες προκαταλήψεις προκειμένου να υπερασπίσει την κυρίαρχη πολιτική. Επειδή κανείς δε θα ήθελε έναν ψυχοπαθή καθηγητή για τα παιδιά του, ειδικά αν αυτός ο άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε έναν παιδόφιλο ή γενικότερα να βλάψει τα παιδιά του, πρέπει να παρθούν μέτρα. Ως πανάκεια για όλα αυτά προτείνεται η αξιολόγηση που θα ξετρυπώσει τους πανούργους ψυχοπαθής και θα προστατεύσει τα παιδιά μας. Στο ίδιο πλαίσιο η πολιτική της Τρόικας που ζητάει απολύσεις και στη δημόσια εκπαίδευση, όχι μόνο εξωραΐζεται, αλλά λίγο πολύ παρουσιάζεται ως πολιτική κοινωνικά επιβεβλημένη που διορθώνει τις στρεβλώσεις των περασμένων δεκαετιών. Η συντάκτης του άρθρου είναι προφανέστατο  ότι εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία, σαν αυτή που εκτελεί η πλειοψηφία των ΜΜΕ την εποχή του Μνημονίου και ως εκ τούτου έχει αυξηθεί κατακόρυφα η αναξιοπιστία τους. Εμείς θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για το δημόσιο σχολείο, που δεν κινδυνεύει από τους εκπαιδευτικούς, αλλά από τις κάθε λογής τρόικες, σε συνεργασία με τα σωματεία του τύπου, απ’ τα οποία ζητάμε να καταδικάσουν και να απομονώσουν τέτοιες πρακτικές και να αγωνιστούμε μαζί για τη δημόσια παιδεία, τα εργασιακά δικαιώματα, την ανεξαρτησία της ενημέρωσης και την ίδια τη δημοκρατία.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Δάσκαλος σημαίνει ψυχή

Αναδημοσίευση από τον υπερκινητικό δάσκαλο...
"Ένα κράτος προοδεύει και πάει μπροστά μόνο, όταν οι
εκπαιδευτικοί πληρωθούν για τον κόπο τους, παραπάνω από όλους τους
άλλους εργαζόμενους. Αυτό όμως δε θα γίνει ποτέ.
Δε θα γίνει, γιατί οι κυβερνώντες σε όλα τα πλάτη και μήκη του
κόσμου γνωρίζουν πολύ καλά, ότι ο χορτασμένος δάσκαλος μπορεί να
ανοίξει τα μυαλά των μαθητών και τους κάνει ικανούς να σκέπτονται.
Αν όμως μάθουν να σκέπτονται, θα μάθουν να αξιολογούν.
Αν αξιολογούν, θα διαπιστώσουν, ότι από τους κυβερνήτες τους οι
περισσότεροι είναι κατώτεροι από αυτούς. Τότε θα τους
απομυθοποιήσουν και θα τους καταργήσουν, αφού δε θα μπορούν να
ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του λαού τους. Άρα, ο δάσκαλος δεν
πρόκειται να πάρει ποτέ τόσα χρήματα, ώστε ποτέ να μη φτάσει στο
σημείο ο λαός να καταργήσει τους πολιτικούς!"
Βιλχελμ Ράιχ

Έρχομαι τώρα στο θέμα. Στον Έλληνα δάσκαλο και στις αμοιβές του.Όχι,κύριοι,ο Έλληνας δάσκαλος δεν... αμείβεται όσο πρέπει, όπως δεν αμείβεται και κανένας δάσκαλος σ' όλο τον κόσμο. Μετά από 36 χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, συνταξιούχος πλέον, παίρνω καθαρή βασική σύνταξη 1.369 ευρώ. Τόσο κοστολόγησε το κράτος την προσφορά μου και την προσφορά των συναδέλφων μου. Λίγα ή πολλά, ας το κρίνετε εσείς. Όμως οι περισσότεροι από εμάς, χωρίς να είμαστε αναρχικοί, χωρίς να έχουμε διαβάσει οι περισσότεροι Ράιχ, εφαρμόσαμε τις αρχές του. Δώσαμε γνώση, ανοίξαμε παιδικά μυαλά, τα μάθαμε να σκέπτονται, να ρωτούν, να ψάχνουν, να διαβάζουν πίσω από τις λέξεις, να κρίνουν, να επιλέγουν, να απορρίπτουν, αλλά και να επικροτούν. Ούτε τα χρήματα, ούτε οι λίγες ώρες εργασίας, όπως λέτε, μας έκαναν δασκάλους.
  • Δάσκαλος είναι λειτούργημα!
  • Δάσκαλος είναι ψυχή!
Ξεχνά ο δάσκαλος κόπο και πόνο με ένα "Ευχαριστώ κύριε ή κυρία, γιατί βρεθήκατε στο διάβα μου και δώσατε αξία στην καθημερινότητά μου! Σας ευχαριστώ, που μιλήσατε στους γονείς μου για μένα με τα καλύτερα λόγια! Σας ευχαριστώ, που με κάνατε να μη φοβάμαι τα μαθηματικά! Σας ευχαριστώ, που τώρα οι συμμαθητές μου παίζουν μαζί μου!
Σας ευχαριστώ, που κάνατε τους γονείς μου να μη μαλώνουν πια! Σας ευχαριστώ... Σας ευχαριστώ... Σας ευχαριστώ...Και πρέπει να γνωρίζετε, αγαπητοί γονείς, πως όλα αυτά τα ευχαριστώ των παιδιών σας, είναι μάτωμα και πληγή στη δική μας ψυχή! Θέλω ακόμη να σας ρωτήσω: " Είναι τυχαίο, ότι τόσοι νέοι δεν πήγαν να ψηφίσουν στις τελευταίες εκλογές; Είναι τυχαίο, που οι νέοι άρχισαν να αμφισβητούν το σύστημα; Είναι τυχαίο, που αυτή την εποχή, άρχισε να αμφισβητείται περισσότερο ο ρόλος του δασκάλου;" Η πείρα μού απέδειξε, πως τίποτα στην τακτική της πολιτικής δεν είναι τυχαίο. Απαξιωμένη παιδεία, απαξιωμένοι δάσκαλοι, σημαίνει λαός με πρωτόγονη σκέψη, λαός υποχείριο, λαός αγόμενος και φερόμενος, λαός ανασφαλής, λαός, που θα έχει ανάγκη τους πολιτικούς για να σκέφτονται γι΄αυτόν πριν από αυτόν. Μπορούν όμως οι πολιτικοί μας να σκέφτονται; Είναι καλύτεροι από τον λαό; Κάντε τον κόπο να διαβάσετε τα βιογραφικά τους.Ενημερωθείτε για τις περγαμηνές τους. Αξιολογείστε τους αντικειμενικά. Και όταν θα τα κάνετε όλα αυτά στις επόμενες εκλογές, πιστεύω, πως δε θα βρίσκουν ούτε και τη δική τους ψήφο. Θα τους δείτε, όπως ακριβώς είναι. Αναγκάστε τους να δουν κι αυτοί στον καθρέφτη το πραγματικό τους είδωλο. Έτσι, όπως τους περιέγραψε ο μεγάλος μας φιλόσοφος Σωκράτης.
"Όπως, οι χωρίς περιεχόμενο ασκοί φουσκώνουν με τον αέρα, έτσι και οι χωρίς πνευματική υπόσταση άνθρωποι διογκώνονται από την έπαρση, την αλαζονεία, και την εσφαλμένη για τον εαυτό τους γνώμη."
Καταλήγοντας σας ζητώ να αναθεωρήσετε τις απόψεις σας για τους δασκάλους των παιδιών σας. Ανεβάστε τους ψηλά στα μάτια των παιδιών σας. Κάντε τα να τους αγαπήσουν. Ο χειρότερος δάσκαλος ίσως είναι ο καλύτερος άνθρωπος. Πολλές φορές καλύτερη από τη στείρα γνώση, ίσως είναι η προσφορά του περισσεύματος της καρδιάς τους!

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ο παιδαγωγικός και κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών

Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε , ψυχές!
     Σκάψε βαθειά. Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;
                                                                                              Κ. Παλαμάς
        Ο δάσκαλος στο αυταρχικό σχολείο
    Η 5η Οκτωβρίου είναι η παγκόσμια μέρα των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί στις σημερινές συνθήκες διαπιστώνουν ότι ολοένα και περισσότερο ασκούν έναν πολύ δύσκολο έργο. Το παιδαγωγικό φορτίο γίνεται βαρύτερο, αφού η εκπαιδευτική πολιτική υπό την αιγίδα της Τρόϊκας αποδομώντας το δημόσιο σχολείο διαμορφώνει το φτηνό σχολείο που επιδιώκει να διαμορφωσει τους μαθητές σε ευέλικτους  και πειθήνιους απασχολήσιμους. Ταυτόχρονα το  σχολείο γίνεται όλο και πιο στενάχωρο, αυταρχικό και απωθητικό για εκπαιδευτικούς και μαθητές.
Ο δάσκαλος που αγαπήθηκε και ο δάσκαλος που μισήθηκε, είναι προφανώς δύο διαφορετικά πρόσωπα, χαραγμένα βαθιά, στις εμπειρίες και στις αναπαραστάσεις όλων, μαθητών και αποφοίτων, μικρών και μεγάλων, γεγονός που υποδηλώνει τον κεντρικό ρόλο που πιστεύεται ότι διαδραματίζει ο εκπαιδευτικός στη σχολική «σταδιοδρομία» του μαθητή. Βέβαια, η σχέση εκπαιδευτικού - μαθητή είναι, στα βασικά και αποφασιστικά της σημεία, μια σχέση θεσμική, όσο κι αν πολλές φορές στα μάτια των μαθητών φαντάζει ως προσωπική. Αυτό σημαίνει ότι σε γενικές γραμμές προσδιορίζεται με νόμους και διατάξεις, ανεξάρτητα από τις προσωπικές διαθέσεις καθώς κάθε εκπαιδευτικός είναι «θεσμικά» υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει προς τους μαθητές του ένα minimum από την εξουσία που του παρέχει η θέση του στο σχολείο (διδασκαλία ορισμένης ύλης, εξέταση, βαθμολογία, απουσίες, ποινές, κ.λπ) πρακτική που δημιουργεί «αυτεπαγγέλτως» αντιθέσεις, σε κάποιες περιπτώσεις εκρηκτικές. Όμως, αν είναι δύσκολη με τη συγκεκριμένη δομή και λειτουργία του υπαρκτού εκπαιδευτικού συστήματος, η λύση βασικών αντιθέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων σε διαπροσωπική βάση, είναι σίγουρο ότι η ανίχνευση του «μαύρου κουτιού» της αίθουσας διδασκαλίας και των μαθητικών βιωμάτων, οριοθετούν τα χαρακτηριστικά του «δασκάλου που αγαπήσαμε».
Οι ανισότητες και ο υποσιτισμός στις σχολικές τάξεις      
        Ακόμα πιο δύσκολες έως δραματικές είναι οι συνθήκες στις σχολικές αίθουσες, αφού η κυρίαρχη πολιτική φορτώνει τα βάρη στους ασθενέστερους, με αποτέλεσμα ο υποσιτισμός και η ψυχολογική επιβάρυνση των μαθητών να κάνουν πιο δύσκολη τη «διαχείριση της τάξης». Αν συνυπολογίσει κανείς και τη συρρίκνωση των αποδοχών των εκπαιδευτικών κάτω από τα όρια της φτώχειας απόρροια μιας πολιτικής απαξίωσής  τους που θέλει τον δάσκαλο φτωχό, άβουλο και υποταγμένο υπάλληλο, τότε θα διαπιστώσει την γκρίζα πραγματικότητα.
          Το μαθητικό σώμα είναι ανομοιογενές καθώς προέρχεται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και διαπερνάται από τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιθέσεις. Η σχολική τάξη δεν είναι ενιαία και αυτή η πραγματικότητα είναι τεκμηριωμένη από την έρευνα και την καθημερινή εμπειρία. Κάθε μαθητής «κουβαλάει» μαζί του ένα ολόκληρο φορτίο προσωπικών, οικογενειακών και κοινωνικών «αποσκευών». Η γνώση του δασκάλου για το μαθητή δεν μπορεί να «ρυμουλκείται» με το αυστηρό κριτήριο της επιτυχίας ή της αποτυχίας του στο σχολείο, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία της ταυτότητας του παιδιού για την καλύτερη «χαρτογράφηση» της τάξης. Κι αυτό, βέβαια, όχι από την αίσθηση μιας αφηρημένης δικαιοκρισίας αλλά από τη βεβαιότητα ότι μόνο έτσι θα είναι σε θέση να προσεγγίσει τις στάσεις και τις πρακτικές των μαθητών.
                      Στο δρόμο για την αυτογνωσία
Ίσως, όμως, αυτές οι δυσκολίες να βοηθούν στην αυτογνωσία των εκπαιδευτικών που προϋποθέτει την αμφισβήτηση του «επίσημου ρόλου» και την ανατροπή των κοινωνικών και εκπαιδευτικών παραγόντων που θεμελιώνουν το «σχολείο των δυσαρεστημένων». Ο εκπαιδευτικός ως «δρων υποκείμενο» δεν μπορεί να βολεύεται με το ρόλο του «υπαλλήλου ιδεολογίας» και διεκπεραιωτή των εξετάσεων. Σφυρηλατώντας, λοιπόν, την κοινωνική συνείδηση του οφείλει να είναι στρατευμένος στην υπόθεση της παιδείας και της κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης.
Αν θέλει να σμιλέψει ψυχές, ας ακολουθήσει την προτροπή του ποιητή: «Σκάψε βαθειά. Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;» (Κ. Παλαμάς). Ακόμα και στο «σχολείο των δυσαρεστημένων» που παράγει «παραμελημένα παιδιά» έχει τη δυνατότητα παρεμβαίνοντας στην εκπαιδευτική διαδικασία να υπονομεύσει την ανταγωνιστική σχολική ατμόσφαιρα, δημιουργώντας όρους συνεργασίας επιβραβεύοντας τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη. Δεν αστυνομεύει και δεν επιτηρεί την εκπαιδευτική διαδικασία. Με άλλα λόγια δεν ξέρει μόνο να μιλάει και να μεταδίδει, ξέρει πρώτα απ’ όλα να ακούει. Αμφισβητώντας στην πράξη τη λειτουργία του σχολείου που παράγει «παραμελημένα παιδιά» επιλέγει το ρόλο του εμψυχωτή. Ο εκπαιδευτικός απαιτείται να έχει τη γνώση και την ικανότητα να φέρει όλη την κοινωνία στην τάξη όχι με μια παραδοσιακή «επίσκεψη» αλλά αναλύοντας με κάθε ευκαιρία το σύνολο των αντιφάσεων και συγκρούσεών της. Στα πλαίσια αυτά, ο ολιγόλεπτος σχολιασμός πριν από κάθε μάθημα, με οξυδέρκεια και διεισδυτικότητα, των χτεσινών συμβάντων, δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα. Να μη διστάζει να μιλά σε μαθητές και γονείς με απλά λόγια για τα εκπαιδευτικά προβλήματα, για τη φτώχεια και την ανεργία, για το μέλλον που ετοιμάζει ο σύγχρονος Ηρώδης, για το φασισμό που καραδοκεί, για την κοινότητα συμφερόντων μαθητών – δασκάλων- εργαζομένων, για τους αναγκαίους αγώνες που πρέπει να γίνουν.
Δίνοντας  χρώμα στην τάξη!
Διδασκαλία δεν μπορεί να αποτελέσει ο ξύλινος μονόλογος που μετατρέπει τη μαθησιακή διαδικασία σε μια από τις πιο «στημένες» και πιο ασφυκτικές επικοινωνίες στις οποίες συμμετέχει καθημερινά ο μαθητής. Παράλληλα ο σχολικός χώρος δεν είναι απλό θέμα γεωμετρίας ή απλής και ουδέτερης διευθέτησης για τη στέγαση της μαθησιακής διαδικασίας. Η διάταξη των πραγμάτων στην τάξη (θρανία, πίνακες, έδρα, κατά παράταξιν καθίσματα) έχει συγκεκριμένη εσωτερική συνοχή και λογική, το ίδιο και η αρχιτεκτονική των σχολικών χώρων. Η γλώσσα της κίνησης του σώματος μπορεί να αλλάξει. Ας δώσουμε στις τάξεις ένα άλλο χρώμα πιο ανθρώπινο, πιο ζωηρό, πιο κοινωνικό. Ας δώσουμε στους μαθητές τη δυνατότητα να διακοσμήσουν οι ίδιοι την τάξη τους, να φέρουν αφίσες, βιβλία, περιοδικά που αγαπούν και διαβάζουν σε αυτήν. Φτιάξτε μια μικρή βιβλιοθήκη, αν αυτό είναι δυνατόν, μέσα στην τάξη με αυτά που αγαπούν να διαβάζουν τα παιδιά. Αν δεν υπάρχει πρόβλημα με το μέγεθος της αίθουσας και τον αριθμό των μαθητών αλλάξτε τη διάταξη των θρανίων. Τοποθετείστε τα σε σχήμα Π και ζητήστε από τους μαθητές να εργάζονται ομαδικά προκειμένου να λύσουν μια άσκηση, να μεταφράσουν ένα κείμενο ή να διαμορφώσουν ένα επιχείρημα. Ανοίχτε δίαυλους επικοινωνίας ανάμεσα τους. Το ομαδικό πνεύμα δεν θα πέσει στα κεφάλια των μαθητών από τον ουρανό ούτε θα έρθει μέσα από τις ανταγωνιστικές εξετάσεις και τη βαθμοθηρία, όπου ο καθένας γράφει σκυφτός μπροστά στην κόλα του. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να έχουμε την αυταπάτη ότι οι αναγκαίες διδακτικές μας παρεμβάσεις που κινούνται προς την κατεύθυνση ενός άλλου σχολείου αρκούν για να αλλάξουν το σχολείο. Δημιουργούν ρωγμές στο σύστημα και διαμορφώνουν τους όρους να σκεφθεί η νέα γενιά κριτικά προκειμένου να αποκτήσει τα όπλα για να αλλάξει τον κόσμο. Το σχολείο αλλάζει αλλάζοντας την κοινωνία!
 «Ο καλός δάσκαλος είναι αυτός που απλώνει το χέρι στην ψυχή του παιδιού και τονώνει αυτό που διαθέτει το καθένα» (Μίλτος Κουντουράς)
                  Αγώνας – αξιοπρέπεια
        Γι΄αυτό ο εκπαιδευτικός αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα της συμμετοχής του στα συνδικαλιστικά όργανα γυρίζοντας τις πλάτες στους συμβιβασμένους – ιδιοτελείς. Οργανώνει επιτροπές αγώνα με δραστήριους – δυσαρεστημένους, αλλάζοντας τους καταθλιπτικούς συσχετισμούς. Αγωνίζεται αδιάκοπα να πείσει τους άλλους ότι δεν πρέπει να περιμένουν να ακούσουν καμπάνες για να σηκωθούν από τον ύπνο. Δείχνει υπομονή και επιμονή γνωρίζοντας ότι ο αγώνας είναι δίκαιος, μακρύς και επίμονος, ότι ο αντίπαλος φαντάζει μεγάλος μόνο επειδή ο κόσμοος της εργασίας είναι γονατισμένος. Δίνει το χέρι σε όποιον πασχίζει να σηκωθεί τονίζοντας ότι ο αγώνας είναι η μοναδική ελπίδα για να αποδράσουμε από μια φρίκη χωρίς τέλος.
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – «Δ. ΓΛΗΝΟΣ»
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ  - ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ – ΚΙΝΗΣΕΙΣ Δ.Ε.
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ, αρ. φ. 25, 5 /10 / 12

Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής: όταν η μάθηση μοιάζει να συμβαίνει (αλλά δεν συμβαίνει)

(Αναδημοσίευση του άρθρου του Δημ. Αναστασίου, Καθηγητή στο SE University of Illinois) Η έννοια της συμμετοχής/εμπλοκής (engagement) των μα...