Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

7 λόγοι που κάθε εταιρεία πρέπει να προσλάβει έναν δάσκαλο

Δάσκαλος: Επάγγελμα ή λειτούργημα; Ευλογούμε τα γένια μας; Διαβάστε κάποια χαρακτηριστικά του καλού δασκάλου που θα τον έκαναν περιζήτητο σε κάθε εταιρεία (αναδημοσίευση από το alfavita.gr, επιμέλεια: Κλειώ Ιωάννου - alfavita.gr)

7 λόγοι που κάθε εταιρεία πρέπει να προσλάβει έναν δάσκαλο

Ο δάσκαλος (και όταν λέμε δάσκαλος χρησιμοποιούμε τη λέξη με την ευρεία παιδαγωγική της εννοια, δηλαδή και ο δάσκαλος και ο καθηγητής), αυτός που αγαπάει τη δουλειά του, που βλέπει το σχολείο του, μπαίνει στην τάξη, κοιτάει τους μαθητές του και λέει "γεννήθηκα γι αυτή τη δουλειά" ή "τυχερός που είμαι που ασκώ αυτό το επάγγελμα" και άλλα παρεμφερή που λένε οι περισσότεροι δάσκαλοι, είναι ο καλύτερος υπάλληλος για κάθε εταιρεία που υπάρχει.
Κάθε βιομηχανία, υπηρεσία, εταιρεία θα έπρεπε να προσλάβει και από έναν δάσκαλο γιατί αυτοί και μόνο αυτοί έχουν τα 7 μαγικά προτερήματα, όπως θα σας τα παρουσιάσουμε παρακάτω.

1.Οι δάσκαλοι είναι δημιουργικές ιδιοφυίες
Δεν είναι και δεν το παίζουν γκουρού. Πρέπει να σκεφτούν και να αποφασίσουν πως θα συμπιέσουν διαφορετικούς στόχους σε ανεπαρκή χρόνο, σε διαφορετική ομάδα εκπαιδευομένων, και αυτό με έναν ευχάριστο τρόπο ενώ ταυτόχρονα πρέπει να παρακολουθούν την πρόοδο, να έχουν το νου τους σε όποια αναπηρία ή διαφορετικότητα για τον άλλον τρόπο διδασκαλίας / μάθησης και ταυτόχρονα να έχουν έτοιμο το μικρό στρατό των εφήβων για να μάθει γράμματα. Επιτυχημένα στελέχη επιχειρήσεων αν έμπαιναν σε τάξη, θα ένιωθαν σα να μπαίνουν σε εμπόλεμη ζώνη και αυτό γιατί η διδασκαλία είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση και απαιτεί τρομερές διεργασίες σκέψης εκ μέρους των δασκάλων.
2.Οι δάσκαλοι δεν έχουν ...ρολόι
Η ημέρα του δασκάλου δεν τελειώνει ποτέ αντίθετα με κάποιες κακόβουλες αντιλήψεις. Οι δάσκαλοι παίρνουν δουλειά στο σπίτι και δεν σταματούν να σχεδιάζουν, να βελτιώνονται και να αναλύουν δεδομένα. Οι καλοί δάσκαλοι έχουν εμμονή με τη βελτίωση.
3.Οι δάσκαλοι είναι μαέστροι των δημοσίων σχέσεων
Αν σας έχει τύχει να δείτε ανθρώπους που να φωνάζουν και να μην μπορούν να συζητήσουν και να είναι ισχυρογνώμονες κ.λπ. κ.λπ. περιμένετε να τους δείτε σε μία συγκέντρωση γονέων. Οι δάσκαλοι τα καταφέρνουν να κουμαντάρουν δυσκολους γονείς, παράλογες προτάσεις και απαιτήσεις ενώ παράλληλα προσπαθούν να διατηρήσουν την ηρεμία στο σχολείο τους. Οι δάσκαλοι επικοινωνούν με διαφορετικές ομάδες ανθρώπων με αποτελεσματικότητα και απευθύνονται σε διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικούς τρόπους.
4.Οι δάσκαλοι είναι οι καλύτεροι πωλητές
Εάν νομίζετε ότι είναι δύσκολο να πείσετε κάποιον να αγοράσει ένα προϊόν ή μία υπηρεσία, προσπαθήστε να πείσετε έναν δωδεκάχρονο παιδί να φτιάξει μία εργασία ή μία ολόκληρη τάξη εφήβων ότι τα μαθηματικά είναι χρήσιμα για τη ζωή τους. Οι δάσκαλοι είναι και ψυχαναλυτές, κατανοούν πως πρέπει να ελιχθούν, πως να απαντήσουν όταν έχουν απέναντί τους μία ομάδα μαθητών. Οι δάσκαλοι προσπαθούν και καταφέρνουν συνήθως να "πωλήσουν" στους μαθητές τις γνώσεις τους και να τους πείσουν ότι έτσι πρέπει να γίνεται.
5.Οι δάσκαλοι είναι ηγέτες
Ενα από τα προτερήματα των δασκάλων είναι ότι μπορούν να "διαχειριστούν άλλους ανθρώπους" (πάντα με την καλή έννοια). Αν μία επιχείρηση νομίζει ότι είναι εύκολο να διαχειριστεί το προσωπικό της, ας το προσπαθήσει σε μία τάξη. Οι μαθητές είναι ακόμη ανώριμοι, τώρα μαθαίνουν, δεν μπορείς να τους απολύσεις, δεν μπορείς να τους πεις ότι θα φύγουν, έχεις ευθύνη για την ακεραιότητά τους και άλλα πολλά πολλά. Πόσοι άλλοι σε εταιρείες μπορούν να διαχειριστούν μία τέτοια ομάδα;
6.Οι δάσκαλοι δεν πανικοβάλονται
Οι δάσκαλοι ξέρουν να χειρίζονται τις κρίσεις, έχουν εμπειρία πως να καθοδηγήσουν μία ομάδα σε μία στιγμή κρίσης, πως να εκκενώσουν το κτίριο. Ξέρουν ότι η δική τους ηρεμία και αυτοπεποίθηση είναι ο συνδετικός κρίκος για όλη την ομάδα που έχουν στην ευθύνη τους. Ποιος δεν θα ήθελε έναν τέτοιο άνθρωπο για να δουλεύει μαζί του;
7.Οι δάσκαλοι ζουν το Mission Impossible καθημερινά
Η δουλειά του δασκάλου συχνά αποδεικνύεται ένα αχάριστο επάγγελμα γιατί δεν έχει την εκτίμηση που του αξίζει και συνήθως δημιουργούνται αδύνατοι στόχοι. Η δουλειά του δασκάλου είναι να βοηθήσει κάθε μαθητή μέσα στην τάξη και να εγγυηθεί ότι όλα θα πάνε καλά και θα υπάρξει καλό αποτέλεσμα. Γνωρίζουν ότι ασκούν ένα δύσκολο επάγγελμα αλλά κάνουν παραπάνω από όσα μπορούν ψυχικά, διανοητικά και συναισθηματικά. Το κάνουν αυτό γιατί αγαπούν τα παιδιά, γιατί πιστεύουν στην αποστολή τους. Αν ανατεθεί μία απίθανη αποστολή σε έναν δάσκαλο ο ίδιος δεν θα νιώσει παράξενα και δεν θα τα χάσει γιατί δεν θα είναι και η πρώτη φορά που του ζητείται κάτι άπιαστο.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Πόσο Τζήμερος είσαι;

tzimeroboomerang
Αναδημοσιεύουμε από το aragma.gr για να πάρουμε μια ιδέα πώς διάφοροι του φυράματος Τζήμερου εννοούν την "αξιολόγηση"...
Του ΝΙΚΟΥ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ*
Το εντοπίσαμε στο σάιτ του φίλου Νίκου Σαραντάκου. Πρόκειται για ανάρτηση που έκανε ο κύριος Θάνος Τζήμερος στο τουίτερ του με αφορμή επιγραφή σε κάποια ΔΟΥ. Ο καλός και μορφωμένος αυτός άνθρωπος – ο Τζήμερος – συμπεριέλαβε και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για να επιβεβαιώσει το ευφυές του σχόλιο.
Ιδού η ανάρτηση του Τζήμερου:

Οπως βλέπετε, ο κύριος Τζήμερος δεν περιορίστηκε να τουιτάρει τη φωτογραφία. Ούτε του ήταν αρκετή η αναφορά του για το ανορθόγραφο της επιγραφής. Προχώρησε και σε σύντομη – πλην βαθιά – πολιτική ανάλυση. Για τους δημόσιους υπαλλήλους. Που το «μητρώο» το γράφουν «μητρόω». Και που δεν θέλουν να αξιολογηθούν.  Γιατί αν αξιολογούνταν τότε θα έπεφταν στα χέρια κάποιου (εγγράμματου) Τζήμερου και θα τους άλλαζε τα φώτα. Για την ακρίβεια θα τους έστελνε στα μητρώα της ανεργίας.
Μέσα στον νεοφιλελευθερισμό του, όμως, ο κύριος Τζήμερος, ζαλισμένος από την ευτυχία και την περηφάνια του που κατάφερε με μια και μόνο φράση του να ξεφτιλίσει αυτούς τους αγράμματους και ανορθόγραφους υπαλλήλους, πέταξε και εκείνο το «κλείνονται». Το οποίο – κατά κακή τύχη του κύριου Τζήμερου – γράφεται με «ι». Ετσι συμβαίνει με τα ρήματα: Δεν «κλείνονται», τα ρήματα «κλίνονται».
Φυσικά αυτά τα λαθάκια συμβαίνουν πότε – πότε. Τα κάνουν ακόμα και εγγράμματοι (και αξιολογημένοι) όπως ο Τζήμερος. Και οπωσδήποτε δεν αποτελούν λόγο για να εξάγει κανείς γενικότερα συμπεράσματα για την μόρφωση ή την καλλιέργεια ή την επαγγελματική επάρκεια εκείνου που τα διαπράττει.
Συμπεράσματα, πάντως, για την βλακεία που κουβαλάει κάποιος όταν τα αξιοποιεί για να βγάλει άχρηστους τους άλλους και για να δικαιώσει την πολιτική των απολύσεων, θα μπορούσαν ίσως να εξαχθούν…
*Πηγή: imerodromos.gr via iskra.gr

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν, ...μαστορεύουν!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ poexania.wordpress.com

Πριν προχωρήσω στο να κάνω τις σχετικές παρατηρήσεις, δείτε τα 2 βιντεάκια:

 

 

Και τώρα οι παρατηρήσεις:
  1. Τα δύο αυτά βίντεο αναπαράγουν επαγγελματικά στερεότυπα για άντρες και γυναίκες. Το αγόρι θα γίνει ο Μπόμπ ο μάστορας και η κοπέλα θα γίνει η σχεδιάστρια μόδας.
  2. Τα βίντεο αυτά έρχονται να χρυσώσουν το χάπι, αφού τα παιδιά πλέον δεν θα μπορούν εύκολα να σπουδάζουν σε πανεπιστήμια, το παρουσιάζουν σαν να είναι επιλογή των παιδιών που δεν το κάνουν και όχι καταναγκασμός. "Γιατί να γίνω γιατρός;", "γιατί να γίνω δικηγόρος;". Ε όχι παιδί μου, δεν θα γίνεις γιατρός εσύ ούτε δικηγόρος, άσε να γίνουν τα παιδιά των ευκατάστατων οικογενειών τα οποία μπορούν να αντέξουν το δυσβάσταχτο κόστος των σπουδών σε εποχή κρίσης. Εσείς τα παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων να αρκεστείτε σε μια τεχνική σχολή της κακιάς ώρας(που και αυτή συχνά είναι ιδιωτική και χρειάζεται να την πληρώνεις, απλά σου έρχεται πιο φτηνά από το να στείλεις το παιδί σου σε άλλη πόλη να σπουδάσει), στην μαθητεία και στην “δια βίου μάθηση”. Ας πούμε λοιπόν τα πράγματα με το όνομα τους, το αν θα γίνεις γιατρός ή δικηγόρος, δεν έχει να κάνει τόσο με το αν σου αρέσει ή με το αν έχεις κλίση, αλλά με το αν αντέχει η οικογένεια σου το δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος που απαιτείται.
  3. Και επειδή αναπαράγεται και αυτή η περιβόητη δια βίου μάθηση να πούμε δυο λόγια και για αυτή. Στις μέρες μας δια βίου μάθηση σημαίνει σεμινάρια εξειδίκευσης σε διάφορους τομείς, τα οποία βαραίνουν εκείνον που τα κάνει αν θέλει να φτιάξει ένα ελκυστικό βιογραφικό και να υπάρχουν κάποιες πιθανότητες να βρει εργασία. Σεμινάρια και εξετάσεις τύπου Lower, Acdl, αλλά και σεμιναριακά προγράμματα πανεπιστημίων που για να τα παρακολουθήσεις και να πάρεις κάποιο χαρτί χρειάζεται να πληρώσεις. Η επανειδίκευση αυτή και η παιρετέρω εξειδίκευση, που θα βαραίνει τον ίδιο τον ειδικευόμενο, θα είναι απαραίτητη σε μια αγορά εργασίας που τα υποκείμενα περνούν μεγάλα διαστήματα στην ανεργία, και άρα θα πρέπει να συνεχώς να επενδύουν στον εαυτό τους, να εμπλουτίζουν το βιογραφικό τους. Την επένδυση αυτή δεν θα την καρπώνονται οι ίδιοι αλλά οι εργοδότες τους, οι οποίοι θα έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε διαφόρων επιπέδων μορφωμένο και ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, το οποίο θα είναι διατεθημένο να εργαστεί για πενταροδεκάρες και χωρίς να του δίδεται καμία εξασφάλιση.
  4. Άμα πάρεις μια παλιά ραπτομηχανή και ένα κολλητήρι μπορείς να λύσεις το οικονομικό πρόβλημα της οικογένειας σου. Θα ράβεις τα ρούχα τους και δεν θα χρειάζεται να ξοδεύουν για να αγοράζουν καινούρια, θα προγραμματίζεις τον εγκέφαλο του αυτοκινήτου, θα φτιάχνεις ολοκληρωμένα κυκλώματα και θα κάνεις μόνος σου την αναβάθμιση του υπολογιστή σου. Στο κάτω κάτω με τέτοια ανεργία όλη μέρα στο σπίτι θα κάθεσαι(αν δεν στο έχει πάρει καμία τράπεζα), κάνε και τίποτα χρήσιμο (τα λέει και ο Τζήμερος)!
  5. Τα εξιδανικευμένα παιδιά στα δυο βίντεο είναι τόσο γαμάτα, που δεν χρειάζονται καν την εκπαίδευση. Ο ένας είναι ήδη καταξιωμένος μάστορας και η κοπέλα έχει γεμίσει 7 ντουλάπες ρούχα. Είναι αυτοδημιούργητοι, ξεκίνησαν από το να φτιάχνουν λέγκο και φορέματα σε κούκλες και έγιναν με τον καιρό ξεφτέρια. Σαν και εκείνον που αγόρασε ένα μήλο, και το πούλησε και αγόρασε δυο μήλα, και τα πούλησε και αγόρασε τέσσερα μήλα, κλπ. Γιατί η πενία τέχνας κατεργάζεται(είναι αυτό που λέγανε παλιά υποτιμητικά οι καθηγητές μας στο σχολείο σε όλους εμάς τους κουμπούρες μαθητές “τι τα θες τα γράμματα, μάθε παιδί μου μια τέχνη”).
  6. Η δουλειά τους δίνει τόση ικανοποίηση, που θα μπορούσαν να την κάνουν όλη μέρα, και χωρίς χρήματα. Όταν λοιπόν το αφεντικό θα τους δίνει αύριο μεθαύριο 400 ευρώ για να δουλεύουν από ήλιο σε ήλιο, εκείνα θα του φιλάνε και το χέρι, αφού θα τους δίνει την ευκαιρία να κάνουν αυτό που τους αρέσει. Κανονικά θα έπρεπε να τον πληρώνουν κιόλας.
Εννοείται φυσικά πως και τις κλίσεις τους πρέπει να εκμεταλλεύονται αν είναι δυνατόν τα παιδιά, και ούτε όλα μπορούν να γίνουν γιατροί και δικηγόροι. Όμως ποιό είναι το κριτήριο για το τι θα γίνουν τελικά, τι είναι αυτό που καθορίζει τον δρόμο που θα πάρουν; Η κλίση που πιθανόν να έχουν, ή οι αντικειμενικές συνθήκες; Και όταν λέμε αντικειμενικές συνθήκες εννοούμε ότι σε μια Ελλάδα που κοντεύουν οι μισές οικογένειες να ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας μάλλον δεν θα καταφέρουν να υποστηρίξουν τις σπουδές των παιδιών τους οι πιο φτωχοί. Δεν θα καταφέρουν να πληρώσουν τα φροντιστήρια, δεν θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για να στείλουν το παιδί τους να σπουδάσει σε μια άλλη πόλη, δεν θα μπορεί και το παιδί τους με τόσο υψηλή ανεργία να βρει δουλεία ακόμα και αν θέλει, προκειμένου να υποστηρίξει από μόνο του τις σπουδές του. Έτσι το παιδί που θα προέρχεται από φτωχή οικογένεια, και κατά πάσα πιθανότητα ούτε καλοντυμένο και καλοθρεμένο θα είναι, όπως είναι τα παιδιά στο βίντεο, ούτε σε τόσο όμορφο παιδικό δωμάτιο θα ζει και ούτε θα έχει πρόσβαση σε ακριβό εξοπλισμό. Το κριτήριο για το τι θα σπουδάσει ή σε τι θα ειδικευτεί κανείς λοιπόν, δεν έχει να κάνει ούτε με την κλήση του ούτε με το τι του αρέσει(άλλωστε σε νεαρή ηλικία τα περισσότερα παιδιά δεν ξέρουν τι θέλουν), έχει να κάνει με την οικονομική του κατάσταση και την ταξική του θέση.
Και για να μην παρεξηγηθώ…
Προσωπικά, δεν θεωρώ τα τεχνικά η τα εμπειρικά επαγγέλματα κατώτερα από αυτά του δικηγόρου ή του γιατρού, όμως άσχετα με το τι τα θεωρώ εγώ, η ίδια η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε έχει κατεστημένες αντιλήψεις απέναντι στο τι δουλειά κάνει ο καθένας. Άλλο κοινωνικό στάτους απολαμβάνει ο ντελιβεράς, άλλο ο δικηγόρος, άλλες ευκαιρίες έχει στην αγορά εργασίας ο απόφοιτος ανώτατης εκπαίδευση και άλλες εκείνος που έχει τελειώσει μια τεχνική σχολή.
Συνοψίζοντας…
Η φιλοσοφία γύρω από τα δυο αυτά βίντεο, η αστική δηλαδή αντίληψη για την εκπαίδευση  στην περίοδο της κρίσης, αντανακλά την ανάγκη του κεφαλαίου, για φτηνό, ευέλικτο, τσακισμένο, υποταγμένο στην ταξική του θέση, συμβιβασμένο με την δομική ανεργία και με ελάχιστες γενικά απαιτήσεις, εργατικό δυναμικό. Ένα δυναμικό έτοιμο να προσφέρει σε τιμή ευκαιρίας τον ιδρώτα και το αίμα του, για να γίνει λίπασμα στην υπηρεσία της ανάπτυξης, ανάπτυξη δηλαδή καπιταλιστικού τύπου, που σημαίνει εξαθλίωση εξουθένωση και απανθρωπιά, κατά των πολλών αδυνάτων και υπέρ των λίγων δυνα(σ)τών.
Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Το εκπαιδευτικό κουπόνι έρχεται να σκοτώσει το δημόσιο σχολείο

Αναδημοσιεύουμε από το alfavita.gr
 
Όλα δείχνουν ότι το τελειωτικό χτύπημα στη δημόσια παιδεία θα δοθεί με όπλο το εκπαιδευτικό κουπόνι (School voucher) που συνδυάζεται με την ελεύθερη επιλογή σχολείου από τις οικογένειες των μαθητών. Στο τέλος του κειμένου θα σας πω μία ιστορία που θα μοιάζει με ιστορία συνωμοσίας. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από τη στιγμή που αναφέρεται σε συνωμότες. Για εκείνους που συνωμοτούν εις βάρος της δωρεάν και δημόσιας παιδείας της χώρας.
Τι είναι το εκπαιδευτικό κουπόνι (voucher)
Το εκπαιδευτικό κουπόνι θα δίνεται στους γονείς κάθε παιδιού και θα αντιστοιχεί στα έξοδα της φοίτησής του για ένα έτος .Οι γονείς θα αναζητούν το καλύτερο σχολείο για το παιδί τους σε μια μεγάλη βάση δεδομένων που θα περιέχει όλα τα στοιχεία των σχολείων της χώρας. Αν επιλέξουν ιδιωτικό σχολείο προφανώς θα πληρώνουν τη διαφορά .Στην αρχή κάθε εκπαιδευτικού έτους ο κάθε διευθυντής σχολείου θα πηγαίνει στην τράπεζα με τα κουπόνια που θα έχει καταφέρει να μαζέψει και θα τα εξαργυρώνει σε χρήματα. Με τα χρήματα αυτά θα πρέπει να καλύψει όλα τα λειτουργικά έξοδα του σχολείου του (μισθοί εκπαιδευτικών, ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, κτιριακή συντήρηση, πετρέλαιο, εξοπλισμός εποπτικών μέσων κ.α). Κοντολογίς το κάθε σχολείο θα έχει το δικό του budget  (ανάλογα με τον αριθμό των εγγραφών) και με αυτό θα πρέπει να  καλύπτει όλα τα λειτουργικά έξοδα για ένα έτος, σα να ήταν μια αυτόνομη επιχείρηση.
Επειδή παρακάτω θα ακούσετε πράγματα εξωφρενικά που θα δυσκολεύεστε να πιστέψετε θέλω να σας πληροφορήσω ότι υπάρχει μεγάλη διεθνής εμπειρία και ότι όμοιες ή παρόμοιες πρακτικές έχουν ήδη εφαρμόσει αρκετές χώρες όπως η Αγγλία,  οι Η.Π.Α., η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία , η Δανία, η Ολλανδία κ.α. Επίσης αναρωτηθείτε πόσο δύσκολο ήταν πριν από 3-4 χρόνια να πιστέψετε κάποιες φωνές που μίλαγαν για αύξηση ωραρίου, για απολύσεις, για συγχώνευση σχολείων και για μείωση μισθών.
Θεωρία συνομωσίας ή πράξεις συνωμοτών
Ποιες είναι όμως οι αιτίες που η κυβέρνηση φαίνεται ότι μελετά πολύ σοβαρά την εφαρμογή του μοντέλου του εκπαιδευτικού  κουπονιού; Η απάντηση βρίσκεται στην παροιμία «με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια»: Από τη μία θα δώσει ένα νέο κτύπημα στο κοινωνικό κράτος (συρρίκνωση δημόσιας παιδείας) και από την άλλη θα ευνοήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα και τους αγαπημένους της «σχολάρχες» (δίνοντάς τους κρατική χρηματοδότηση αφού οι γονείς θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το voucher και στα ιδιωτικά σχολεία).
Α)  ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Το κλειδί της όλης υπόθεσης είναι να μεταφέρει την ευθύνη για το ποια δημόσια σχολεία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και ποια θα κλείσουν στους γονείς. Δίνοντας σε εκείνους το δικαίωμα επιλογής σχολείου (χωρίς κανένα πλέον γεωγραφικό όριο που υπήρχε μέχρι σήμερα και που επέτρεπε στα παιδιά να φοιτούν μόνο σε σχολεία της περιοχής κατοικίας τους) ουσιαστικά θα τους βάζει να ψηφίζουν ποια σχολεία είναι καλά (πολλές επιλογές γονέων)  και ποια είναι κακά. Φυσικά τα κακά σχολεία θα λειτουργούν με χαμηλό ετήσιο budget και τελικά θα κλείνουν αφού δεν θα έχουν αρκετούς πελάτες. Ουσιαστικός λοιπόν στόχος είναι το κάθε σχολείο να λειτουργεί σα μια αυτόνομη επιχείρηση που το μέλλον της θα κρίνεται από τις πωλήσεις της (εγγραφές μαθητών). Όσον αφορά τους εκπαιδευτικούς που θα ανήκουν σε ένα σχολείο που θα αναγκαστεί να κλείσει λόγω χαμηλής ζήτησης από τους γονείς το υπουργείο έχει φροντίσει να πάρει τα μέτρα του. Μέχρι σήμερα αυτοί οι εκπαιδευτικοί χαρακτηρίζονταν «υπεράριθμοι» και το υπουργείο παιδείας ήταν υποχρεωμένο να τους διασφαλίσει νέο σχολείο για να εργαστούν και μάλιστα κατά προτεραιότητα σε σχέση με άλλες χαρακτηρισμένες ομάδες (από μετάθεση, διάθεση ΠΥΣΔΕ-ΠΥΣΠΕ, κλπ). Από εδώ και στο εξής αυτοί οι εκπαιδευτικοί απλά θα απολύονται αφού το υπουργείο παιδείας έχει σκοπό να νομοθετήσει την υπαγωγή των οργανικών θέσεων κατευθείαν στα σχολεία. Ήδη έχει εξαγγείλει ότι μέχρι τις αρχές του Ιουλίου του 2014 θα δοθεί οργανική θέση σε συγκεκριμένο σχολείο, και μάλιστα χωρίς περιορισμό ωρών,  σε όλους τους εκπαιδευτικούς .Ας καταλάβουμε ότι αυτό είναι μόνο το «τυράκι της φάκας».
Βέβαια για να διευκολυνθεί  η εφαρμογή του εκπαιδευτικού  κουπονιού  έχει γίνει μια απίστευτη προετοιμασία από πλευράς του υπουργείου παιδείας. (Αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας, ατομική αξιολόγηση, σύστημα καταγραφής δεδομένων my school, σταθμισμένες εξετάσεις με τη χρήση τράπεζας θεμάτων).
Με τι κριτήρια θα επιλέγουν οι γονείς το σχολείο που επιθυμούν για τα παιδιά τους;
Με βάση και τη διεθνή εμπειρία οι γονείς θα έχουν πρόσβαση σε μια μεγάλη βάση δεδομένων (σε αρκετά κράτη έχει την ονομασία my school) με όλα τα σχολεία της χώρας (δημόσια και ιδιωτικά) που θα περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που χρειάζονται για να κάνουν τη σωστή επιλογή:
1) Στοιχεία για τους εκπαιδευτικούς κάθε σχολείου: Οι εκπαιδευτικοί θα έχουν μετρήσιμα προσόντα αφού θα έχουν περάσει από αξιολόγηση
2) Στοιχεία για τις επιδόσεις των μαθητών: Θα παρέχονται στατιστικά αποτελέσματα από τις επιδόσεις των μαθητών (leaguetables) και φυσικά επειδή πρέπει η κρίση των επιδόσεων να θεωρείται αντικειμενική και αξιόπιστη εδώ κουμπώνει η χρήση της τράπεζας θεμάτων .
3) Στοιχεία για την συνολική εικόνα του σχολείου (εύρυθμη λειτουργία, εξεύρεση περισσότερων οικονομικών πόρων από χορηγούς και  δημοτικούς φορείς, τα project, οι μειονότητες που φοιτούν στο σχολείο, το συνολικό διαθέσιμο budget του σχολείου).Τα στοιχεία αυτά θα καταγράφονται κάθε έτος με τη διαδικασία της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδος (ΑΕΕ).
Β) ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων, εδώ και λίγο καιρό, ζητούν επιτακτικά από την κυβέρνηση κρατική χρηματοδότηση μέσω εκπαιδευτικών κουπονιών και φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα θα τη λάβουν. Το υπουργείο παιδείας λοιπόν θα δίνει στους γονείς το δικαίωμα να επιλέξουν (με τη χρήση του voucher) και ιδιωτικό σχολείο για το παιδί τους αρκεί να καλύπτουν τη διαφορά στα έξοδα φοίτησης. Φυσικά δεν θα είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση θα προωθήσει κρατική χρηματοδότηση σε ιδιωτικά συμφέροντα (τρανό παράδειγμα οι τράπεζες). Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο θα σώσει οικονομικά πολλούς σχολάρχες που λόγω της κρίσης έχουν τεράστια οικονομικά αδιέξοδα αλλά θα χρησιμοποιήσει την μετατόπιση πολλών παιδιών από τα δημόσια στα ιδιωτικά σχολεία για να ελαττωθεί ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν στα δημόσια σχολεία και έτσι αυτά να οδηγούνται στη συγχώνευση ή στο κλείσιμο.
Με ποιες μεθόδους όμως στρώθηκε το έδαφος για την επέλαση των «σχολαρχών» ;
1) Η μελέτη του ΙΟΒΕ 
Όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις προηγείται η λίπανση του εδάφους από μελέτες που αποδεικνύουν  αυτό που συμφέρει τους ενδιαφερόμενους . Στα μέσα του Φλεβάρη του 2014 έλαβε χώρα το 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων στην Ελληνοαμερικανική  Ένωση. Ποιό ήταν το βασικό θέμα του συνεδρίου; Το εκπαιδευτικό κουπόνι. Ποιοί άλλοι παραβρέθηκαν εκτός από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων; Οι υπουργοί Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος και  κ. Κεδίκογλου, ο υπουργός Ανάπτυξης κ.Χατζηδάκης και Γενικός Επιθεωρητής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης κ. Ρακιντζής .
Το  ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών) είναι στην ουσία η «δεξαμενή σκέψης του ΣΕΒ (Σύλλογος Ελλήνων Βιομηχάνων)». Μην ξεχνάμε ότι και ο κ. Στουρνάρας  που φέρεται να είναι ο συντάκτης των Μνημονίων, είχε μακρά θητεία στη θέση του Γενικού Διευθυντή του  ΙΟΒΕ. Ποιά ήταν τα βασικά σημεία αυτής της έρευνας η οποία, παρεμπιπτόντως αναφέρω,  διαβάστηκε στο 1o Συνέδριο Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων;
α) Στις 29 χώρες του ΟΟΣΑ οι επιδόσεις των μαθητών των ιδιωτικών σχολείων είναι καλύτερες εκείνων των δημόσιων σχολείων και αυτό οφείλεται στην χρηματοδότηση των γονέων.
β) Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ (2012)  ανάμεσα σε 29 χώρες-μέλη του, μόνο στην Ελλάδα και σε άλλες 2 χώρες δεν παρέχεται καθόλου κρατική χρηματοδότηση στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Θέτει, λοιπόν, επιτακτικά  το  ζήτημα της χορήγησης δημόσιας χρηματοδότησης στα ιδιωτικά σχολεία, για να μπορούν να φοιτούν μαθητές από όλα τα οικονομικά στρώματα και όχι μόνο από τα υψηλότερα έτσι ώστε να πραγματώνεται πιο ουσιωδώς η ισότητα ευκαιριών.
γ) Ότι πρέπει οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα επιλογής σχολείου: είτε δημόσιου είτε ιδιωτικού, ώστε με αυτό τον τρόπο να βελτιώνεται το εκπαιδευτικό έργο των σχολείων.
2)Η ένταξη των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο υπουργείο εργασίας.
Με την ψήφιση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια πλέον δεν υπάγονται στο υπουργείο παιδείας αλλά στο υπουργείο εργασίας .Πέραν από την άρση της εποπτείας του κράτους από τη λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί μετατρέπονται πλέον σε απλούς ιδιωτικούς  υπαλλήλους. Έτσι ελευθερώνονται οι απολύσεις (θα ισχύει ότι αφορά τον ιδιωτικό τομέα) και καταργούνται όλες οι συμβάσεις εργασίας και αντικαθίστανται από ατομικές. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι με την απειλή της απόλυσης οι εργοδότες θα μπορούν κάθε χρόνο να επιβάλουν νέες συμβάσεις με χειρότερους όρους εργασίας. Τι όμως εξυπηρετεί μια τέτοια ενέργεια;
Δίνει το δικαίωμα στους «σχολάρχες» να μειώσουν τα έξοδά τους ( απόλυση παλαιότερων εκπαιδευτικών και πρόσληψη νέων και φθηνότερων) .Προσωπική μου άποψη είναι ότι με αυτό τον τρόπο οι  «σχολάρχες» μειώνοντας τα λειτουργικά τους έξοδα θα μπορούν να κάνουν καλύτερες τιμές στους γονείς ώστε το voucher να αρκεί και να μην απαιτείται από τους γονείς να καλύψουν καμία διαφορά από τη τσέπη τους. Έτσι με αυτό τον τρόπο οι εγγραφές των ιδιωτικών σχολείων θα εκτιναχθούν. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός στο συνέδριο των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων που αναφέρθηκε πιο πάνω τονίστηκαν και τα εξής : 5.000 τον χρόνο κοστίζει ένας μαθητής δημοσίου Γυμνασίου στο ελληνικό κράτος. 7000 ευρώ κατά μέσο όρο κοστίζει ο αντίστοιχος μαθητής του ιδιωτικού Γυμνασίου στους γονείς του .Είναι φανερό ότι η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη .Σκεφθείτε λοιπόν τους γονείς που θα έχουν ένα κουπόνι στα χέρια τους και θα μπορούν να επιλέξουν και δημόσιο και ιδιωτικό σχολείο .Τι λέτε ότι θα  επέλεγαν;
3) Η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και τα κοινωνικά στερεότυπα
Το υπουργείο παιδείας τα τελευταία χρόνια έχει φροντίσει να υποβαθμίσει τη δημόσια παιδεία , να αμαυρώσει την εικόνα των εκπαιδευτικών του δημοσίου και την εικόνα των δημόσιων σχολείων. Από την άλλη το υπουργείο ποντάρει στην αξιοποίηση των κοινωνικών στερεότυπων που επικρατούν : θεωρεί ότι τα μεσαία ή και κατώτερα στρώματα που ψάχνουν απελπισμένα να αναρριχηθούν ταξικά μέσω των παιδιών τους ,θα υποδεχτούν ως «μάννα εξ ουρανού» το εκπαιδευτικό κουπόνι που θα τους δίνει το δικαίωμα να γράψουν το παιδί τους  σε ένα καλό σχολείο της επιλογής τους.
Οι ολέθριες συνέπειες του voucher στις χώρες που εφαρμόστηκε
1)Στις ΗΠΑ και στην Αγγλία αλλά και σε αρκετές άλλες χώρες που εφαρμόστηκε το voucher στην αρχή είχε θετική υποδοχή ,κυρίως από τους γονείς χαμηλών και μεσαίων οικονομικών στρωμάτων που θεωρούσαν ότι το παιδί τους άξιζε ενός καλύτερου σχολείου .Οι στατιστικές όμως μελέτες έδειξαν ότι η αλλαγή σχολείου όχι μόνο δεν προκάλεσε βελτίωση της επίδοσης των παιδιών αλλά σε πολλές περιπτώσεις είχαμε και αισθητή πτώση .Οπότε ο αρχικός ενθουσιασμός των γονέων έχει πλέον μετατραπεί σε πονοκέφαλο.
2)Πάρα πολλά σχολεία που δεν είχαν αρκετή ζήτηση από τους γονείς έκλεισαν και οι εκπαιδευτικοί που εργάζονταν σε αυτά απολύθηκαν.
3)Τα σχολεία μετατράπηκαν σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις όπου έπρεπε να διασφαλίζουν τη φήμη τους για να συνεχίζουν να υπάρχουν αφήνοντας όμως στην άκρη τον ουσιώδη παιδαγωγικό τους ρόλο. Προετοίμαζαν τους μαθητές τους μόνο για τις εξετάσεις και έριχναν το βάρος σε μαθήματα που εξετάζονταν σε εθνικό επίπεδο (μαθηματικά ,γλώσσα) με αποτέλεσμα την πλημμελή εκπαίδευση τους σε όλα τα άλλα μαθήματα.
4)Στους  εκπαιδευτικούς  που έβλεπαν ότι το επαγγελματικό τους μέλλον εξαρτάται από το μέλλον της σχολικής μονάδας (φήμη, επιτυχίες, εγγραφές ) παρατηρήθηκε έξαρση του συνδρόμου της εργασιακής εξουθένωσης ( burn out syndrome),αφού υπερέβαλαν εαυτόν λόγω της ανασφάλειας και αναγκάζονταν να εργάζονται πολλές ώρες εκτός ωραρίου για να προετοιμάσουν τους μαθητές για εξετάσεις , μη παίρνοντας καμία ευχαρίστηση από την διδασκαλία τους.
5)Ενώ στην αρχή όπου εφαρμόστηκε το  voucher κάλυπτε το σύνολο της φοίτησης από ένα σημείο και μετά άρχισαν να μπαίνουν επιπλέον χρεώσεις στους γονείς με νέα «εκπαιδευτικά  προϊόντα» που προσέφερε το σχολείο στους μαθητές και που δεν είχαν συμπεριληφθεί στο αρχικό πακέτο. 
6)Ενώ οι υποστηρικτές του voucher μιλούσαν για πραγμάτωση της ισότητας ευκαιριών στην πραγματικότητα είχαμε μεγάλη όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων στην εκπαίδευση. Δημιουργήθηκε η κατηγορία των ανεπιθύμητων μαθητών που κανένα σχολείο δεν τους ήθελε γιατί θα αμαύρωναν τη φήμη του. Αδύναμοι μαθητές , μαθητές με μαθησιακά προβλήματα , μαθητές με οικογενειακά προβλήματα , παιδιά μεταναστών , ζωηροί μαθητές , παιδιά που ανήκουν σε μειονότητες θεωρήθηκαν προβλήματα του σχολείου και οι διευθυντές φρόντιζαν να απαλλαγούν από αυτούς είτε ελέγχοντας τις εγγραφές τους είτε εκμεταλλευόμενοι τις διατάξεις που ευνοούσαν κάτι τέτοιο.
To voucher είναι όπλο στα χέρια του νεοφιλελευθερισμού
Βασικός υποστηρικτής  του  εκπαιδευτικού  κουπονιού  (School voucher) ήταν ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν (θεμελιωτής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομίας)  που ισχυριζόταν ότι  «το εκπαιδευτικό κουπόνι είναι ένα μέσο για να επιτευχθεί η μετάβαση από ένα κρατικό σύστημα σε ένα σύστημα της αγοράς». Η πρώτη που έτρεξε να εφαρμόσει το voucher στη χώρα της ήταν η  Μάργκαρετ Θάτσερ (της Αγγλίας) που ως γνωστόν ήταν φανατική θαυμάστρια του νεοφιλελευθερισμού και πιστή φίλη του Φρίντμαν.
Το voucher στην ουσία μετατρέπει τον γονέα σε καταναλωτή και το σχολείο σε προϊόν. Η εκπαίδευση από κοινωνικό αγαθό που αφορά όλους  μετατρέπεται σε ατομικό αγαθό . Το δημόσιο σχολείο όμως (όπως και όλα τα δημόσια αγαθά) ενισχύει το αίσθημα της λαϊκής ενότητας. Η συνέχειά του είναι συνυφασμένη με την ίδια την διατήρησης της δημοκρατίας.  
Το voucher είναι πολύ επικίνδυνο εργαλείο γιατί είναι ύπουλο και ξεγελάει τους γονείς για τις πραγματικές του προθέσεις. Ο νεοφιλελευθερισμός τους κλείνει το μάτι και τους λέει : « πάρτε την κατάσταση στα χέρια σας, το παιδί σας αξίζει ένα καλύτερο σχολείο και εσείς αξίζετε ένα καλύτερο μέλλον». Προσπαθεί να τους πείσει ότι όλα γίνονται για το καλό των παιδιών τους. Οι γονείς  δύσκολα μπορούν να καταλάβουν ότι πίσω από όλα κρύβονται συμφέροντα που απλά χρειάζονται τη δική τους συναίνεση για να εξυπηρετηθούν .
Ο καπιταλισμός, με ακόμα άλλον έναν τρόπο, δείχνει το πιο τρομακτικό του πρόσωπο μέσα στα σχολεία που φοιτούν τα παιδιά μας. Στόχος του είναι να ενισχύσει τις ανισότητες ώστε η πλειονότητα των μαθητών να αποθαρρύνεται και να επιλέγει το δρόμο της κατάρτισης και της μαθητείας , αφού το σύστημα αυτή τη στιγμή έχει ανάγκη από χέρια και όχι από μυαλά. Είναι προφανές ότι η  αντίσταση σε μια τέτοια επέλαση του νεοφιλελευθερισμού  και των συμφερόντων δεν μπορεί παρά να έχει πολιτική διάσταση.
Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Το “Φροντιστήριο” ως παγκόσμιο φαινόμενο

Αναδημοσίευση από το e-cynical.blogspot.gr

Αν δεν ήταν οι τριπλές εκλογές, αυτή την περίοδο όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς θα ασχολιόταν με τις εισαγωγικές εξετάσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ο αέρας θα πλημμύριζε για πολλοστή φορά με τη συνήθη γκρίνια για τα χάλια της δευτεροβάθμιας. Μαζί τα σκάγια θα έπιαναν, ως είθισται και τα πανεπιστήμια, που δεν ανταποκρίνονται, ούτε και ανταμοίβουν τον τεράστιο κόπο που καταβάλουν οι μαθητές για να περάσουν τις πύλες τους: στο τέλος της πορείας, για όσους την αντέξουν, δεν περιμένει παρά η ανεργία. Αν λοιπόν, τα δημόσια γίνονταν ιδιωτικά, ίσως τότε τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.

Ο κυριότερος δείκτης που πιστοποιεί στην κοινή συνείδηση την ανεπάρκεια των δημόσιων Γυμνασίων και Λυκείων είναι η πανταχού παρουσία των φροντιστηρίων, η φοίτηση στα οποία αποτελεί και την αναγκαία συνθήκη για τη συμμετοχή στις πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν νοείται μαθητής να συμμετάσχει στις εξετάσεις χωρίς να έχει περάσει τα περισσότερα απογεύματα ενός ή και τριών χρόνων στα θρανία τους.

Αυτό είναι εν ολίγοις το κοινό αίσθημα ενός λαού που έχει μάθει να συμπεριφέρεται όχι καλύτερα απ' ό,τι το σκυλί του Παβλώφ. Γιατί αν έκανε τον κόπο να δει και παραπέρα θα διαπίστωνε ότι η εξωσχολική ιδιωτική, συμπληρωματική του δημόσιου σχολείου εκπαίδευση, κοινώς τα “Ιδιαίτερα” και το “Φροντιστήριο” απαντώνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, με επιταχυνόμενο μάλιστα ρυθμό, ακόμα και σε εκείνα για τα οποία δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι διαθέτουν ένα άρτιο εκπαιδευτικό σύστημα. Λίγοι για παράδειγμα γνωρίζουν ότι οι πολυπαινεμένοι μαθητές της Ν. Κορέας, οι οποίοι πρωτεύουν σε όλες τις εξετάσεις τύπου PISA κλπ, ξοδεύουν πολύ περισσότερο χρόνο σε ιδιωτικά φροντιστήρια, τα hagwons, απ' οτι στα σχολεία τους, κι απ' οτι όλα τ' άλλα παιδιά του κόσμου, ότι τα φροντιστήρια αποτελούν mega-επιχειρήσεις στις οποίες επενδύουν από την Goldman Sachs ως την Carlyle, και ότι ο πιο διάσημος φροντιστής της χώρας, που κερδίζει περί τα 4 εκατ. δολάρια το χρόνο φτάνει στο σημείο να τεμαχίσει το σώμα σε μετοχές και να το εισάγει στο χρηματιστήριο της Σεούλ για τα περαιτέρω.

Στα διάφορα ταξίδια μου δεν ήταν λίγες οι φορές που ο φακός έτυχε να πιάσει διαφημιστικές αφίσες φροντιστηρίων για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια από την Ιταλία ως τη μακρινή Βολιβία. Το ότι η ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση αυξάνει με τα χρόνια δεν οφείλεται σε κάποια έκρηξη φιλομάθειας, αλλά στην αυξανόμενη σπάνη των λεγόμενων “καλών” θέσεων εργασίας. Η στόχευση σε ένα περιορισμένο αριθμό εξ αυτών έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού για εκείνες τις πανεπιστημιακές σχολές οι οποίες έχουν και τις μεγαλύτερες πιθανότητες να τις εξασφαλίσουν.

Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν αντανακλούν την ποιότητα κανενός εκπαιδευτικού συστήματος ή σχολείου, καθ΄οτι τα παλούκια μπροστά στο τέρμα μπορούν να μετακινούνται άλλοτε πιο μπροστά κι άλλοτε πιο πίσω ώστε κάθε φορά να σκοράρει ένας συγκεκριμένος αριθμός μαθητών, κάθε φορά και μικρότερος όσον αφορά τις “καλές σχολές”.

Κι όσο οι θέσεις εργασίας που πληρώνουν σπανίζουν, τόσο αυξάνεται ο ανταγωνισμός, και τόσο αυγατίζουν τα φροντιστηρια. Η ανεργία που περιμένει στη γωνιά μια μεγάλη μερίδα αποφοίτων δεν οφείλεται τόσο στις όποιες ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο στις στρεβλώσεις της ίδιας της αγοράς εργασίας. Και η εκπαίδευση, όσο άριστη και να είναι, από μόνη της δεν φτιάχνει δουλειές.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η βιομηχανία “Φροντιστήριο” γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη σε πολλές χώρες ανά την υφήλιο ανεξαρτήτως μεγέθους και οικονομικής κατάστασης. Σύμφωνα με το Forbes, ο τζίρος στην παραπαιδεία μέχρι το 2018 θα ξεπεράσει τα 102 δις δολάρια παγκοσμίως, με οδηγούς στην κούρσα τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και τις χώρες της Άπω Ανατολής, αλλά πάνω απ' ολες την τρελαμένη Ν. Κορέα, η οποία και καλύπτει το 15% του παγκόσμιου τζίρου. Το ποσό που ξοδεύουν οι Νοτιοκορεάτες γονείς στα ιδιωτικά μαθήματα ξεπερνάει το κόστος της δημόσιας εκπαίδευσης. Το ίδιο συμβαίνει και στην Τουρκία. Η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς έχει παρασύρει και Κίνα, Βιετνάμ, ορισμένες Αφρικανικές χώρες, καθώς και τις χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ. Στο δε Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, την Καμπότζη, την Αίγυπτο και τη Λιβύη το μεγαλύτερο μέρος της σχολικής ύλης έχει ανεπισήμως “πουληθεί” στα φροντιστήρια.

Στη Γαλλία, όπου ο ανταγωνισμός για την εισαγωγή σε κάποια από τις École είναι ανελέητος, η ίδια η κυβέρνηση ενθαρρύνει τα φροντιστήρια με φοροαπαλλαγές επί των διδάκτρων. Ο τζίρος ξεπερνάει το $1δις ετησίως. Το ίδιο και στη Γερμανία. Η Μαλαισία και Σιγκαπούρη επιτρέπουν στους δασκάλους ορισμένες ώρες ιδιωτικής διδασκαλίας. Ενώ, προς το παρόν οι Σκανδιναβικές χώρες είναι εκτός χορού. 
 
Στη Μ. Βρετανία, όπου κι εκεί η ανεργία θερίζει, το 25% των μαθητών κάνει “ιδιαίτερα”. Στο Λονδίνο το 40%. Κάθε οικογένεια ξοδεύει κατά μέσο όρο 2,750 λίρες για κάθε παιδί το χρόνο, ενώ ο συνολικός τζίρος αγγίζει τα 6 δις. Το ωριαίο κόστος βρίσκεται ανάμεσα στις 25 και 40 λίρες. 
 
Στο Ισραήλ, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Σχεδόν, το 50% των μαθητών στο Γυμνάσιο και Λύκειο καταφεύγουν σε “ιδιαίτερα”, με το μέσο κόστος να ανέρχεται στα 5,120 δολάρια. Η αντίστοιχη αγορά εκτιμάται στα 300 εκατ. Και το ωριαίο κόστος κυμαίνεται ανάμεσα στα 25 με 50 δολάρια.
Συγκριτικά, στην Ελλάδα η εν λόγω αγορά αποτιμάται στο 1 δις ευρώ κατ' έτος.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Αξιολόγηση και καθυπόταξη


Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι ένα ζήτημα που παραμένει έξω από τον ουσιαστικό δημόσιο διάλογο παρά το γεγονός ότι κινδυνεύει να επιφέρει άμεσες αλλαγές στο κλίμα και στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των εργαζομένων στο σχολείο.
Παρά τις συνθήκες γενικευμένης κρίσης, δεν είναι δύσκολο για την κρατική εξουσία να μεταθέτει πειστικά τις ευθύνες για τις αποτυχίες στους πολίτες. Το διαίρει και βασίλευε που στοχεύει στον αλληλοσπαραγμό των κοινωνικών ομάδων και, από την άλλη πλευρά, η τάση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού να εξακολουθεί να εναποθέτει τις ελπίδες του στον ισχυρό, διασφαλίζουν την επιτυχία αυτής της στρατηγικής.
Το ίδιο συμβαίνει με τα νομοσχέδια για την αξιολόγηση-αυτοαξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Για μια ακόμη φορά, η Πολιτεία επιδιώκει να αποποιηθεί τις ευθύνες της για τα προβλήματα της παιδείας και να τα φορτώσει στις πλάτες των εργαζομένων. Ουδέποτε επέλεξε τον δρόμο μιας σοβαρής αυτοκριτικής και, ενώ με συνεπή συγκεντρωτισμό φροντίζει να διατηρεί τους εκπαιδευτικούς έξω από τη διαδικασία λήψης κάθε σοβαρής απόφασης αποφεύγοντας συστηματικά τον ουσιαστικό διάλογο και τη σύνθεση ιδεών με τις Ομοσπονδίες τους, προχωρά σταθερά στη στοχοποίησή τους ως κύρια αιτία των δεινών. Έτσι, στρατευμένη σε μια (καθ' υπόδειξη των εταίρων, του Ο.Ο.Σ.Α. κ.λπ.) νεοφιλελεύθερη ανάγνωση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, επιχειρεί να επιβάλει την αξιολόγηση ως μια αναγκαία, πολλά υποσχόμενη λύση.
Άλλωστε το κλίμα είναι ευνοϊκό. Παρόμοιες αυταρχικές επιλογές δημιουργούν με την ευλογία των Μ.Μ.Ε. καλή εντύπωση στο πολιτικό κοινό της χώρας, εφόσον ερμηνεύονται ως ένδειξη κυβερνητικού σφρίγους. Επίσης, αφού η αξιολόγηση έχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο νομιμοποιηθεί στην αντίληψη μιας μερίδας των πολιτών, εκτός των άμεσα ενδιαφερομένων, δεν ασχολείται κανείς σοβαρά με το ίδιο το νομοθέτημα.
Εδώ όμως βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Ελάχιστοι πολίτες πέρα από τους στενούς εκπαιδευτικούς κύκλους έχουν αντιληφθεί τις συνέπειες της επικείμενης εφαρμογής του. Η εισαγωγή και κυριαρχία των ποσοτικοποιήσεων στο διδακτικό αποτέλεσμα, η υποχρεωτική κατάταξη του 15% των αξιολογούμενων εκπαιδευτικών στην επικίνδυνη κατηγορία των «ελλιπών», οι δυνατότητες σύγκρισης των επιδόσεων των σχολείων με πιθανές συνέπειες στην ήδη προβληματική χρηματοδότησή τους, το κλείσιμο του ματιού στη λογική της αγοράς είναι κάποιες μόνο από τις προβληματικές καινοτομίες-δυνατότητες που εισάγονται. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η πιο επικίνδυνη πτυχή του αφορά στο ζήτημα των άμεσων αλλαγών που επιφέρει στο κλίμα και στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των εργαζομένων στο σχολείο, όπου και θα εστιάσω.
Πέρα από την παρακολούθηση της τυπικής άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων, στην πράξη με το νομοσχέδιο της αξιολόγησης εισάγεται ο διαρκής και σε βάθος έλεγχος των εκπαιδευτικών στην τυφλή, αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή των πολιτικών και επιστημονικών επιλογών της κρατικής αυθεντίας για τη στοχοθεσία, το αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμα, τα διδακτικά εγχειρίδια, τα εκπαιδευτικά προγράμματα, τις υποδομές κ.λπ. Μάλιστα, για να γίνει αποτελεσματικός αυτός ο έλεγχος, η αξιολόγηση συνδέεται με την καθιέρωση πολλαπλών ατομικών εξαρτήσεων του υπαλλήλου, οι οποίες αφορούν την οικονομική και υπηρεσιακή του εξέλιξη.
Εντούτοις το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Η εξέλιξη δεν εξαρτάται μόνο από τον βαθμό πειθάρχησης, αλλά και από την υποκειμενική κρίση δύο στελεχών-εκπροσώπων του κράτους που, ως ιεραρχικά ανώτεροι, επιστρατεύονται για να υλοποιήσουν τη διαδικασία: του διευθυντή σχολικής μονάδας και του σχολικού συμβούλου. Έτσι, αποκτούν καθοριστική σημασία όχι μόνο οι πολιτικές και επιστημονικές διαφωνίες των εκπαιδευτικών αλλά και οι διαπροσωπικές σχέσεις που ήδη έχουν διαμορφώσει ή θα αναπτύξουν με τους αξιολογητές τους στο σχολικό, συνδικαλιστικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Κάθε διαφοροποίηση του υφισταμένου θα έχει κόστος και, όσο πιο συστηματική και συγκρουσιακή είναι αυτή η διαφοροποίηση, τόσο πιο επώδυνη θα γίνεται για τον εκπαιδευτικό. Αντιθέτως, ευνοείται η δημιουργία «αυλής» και η υποτέλεια σε πρόσωπα που, ας μην το ξεχνάμε, θα έχουν ήδη αξιολογηθεί επιτυχώς και επιλεγεί από το ίδιο το κράτος (άρα, αν μη τι άλλο, δεν θα εναντιώνονται ιδεολογικά) και θα έχουν τις προσωπικές τους βλέψεις-φιλοδοξίες για περαιτέρω εξέλιξη. Επιπρόσθετα, η τελική κατάταξη των αξιολογούμενων στις τέσσερις κατηγορίες (με την τελευταία να συνδέεται με την απόλυση) αναμένεται να ενισχύσει τον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό, την ευνοιοκρατία, την υποκρισία, την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον φατριασμό, τις μυστικές συνεννοήσεις και συναλλαγές.
Είναι εμφανές ότι η πίεση που ασκείται από την εξουσία μέσω της επιβολής της κρατικής-επιστημονικής αυθεντίας και της εγκαθίδρυσης στενής ιεραρχίας για την επιτήρηση αναδιπλασιάζεται και οδηγεί ευθέως στην καθυπόταξη. Όποιες κι αν είναι οι αντιστάσεις, η τάση της ιδεολογικής αναπαραγωγής μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς θα είναι κυρίαρχη. Η δημόσια εκπαίδευση, από τους ελάχιστους εναπομείναντες χώρους στους οποίους μπορούν ακόμη οι εργαζόμενοι να διατηρούν μια σχετική αυτονομία, θα μετατραπεί μακροπρόθεσμα σε ένα πεδίο σταδιακής υποκειμενοποίησης και νεοφιλελεύθερης αναμόρφωσης των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών, διαμέσου της αναγκαστικής εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, ό,τι εν συντομία η Judith Butler όρισε ως επιτελεστικότητα. Ο κίνδυνος απεμπόλησης των παιδαγωγικών, ατομικών και πολιτικών ελευθεριών των εκπαιδευτικών προκειμένου οι τελευταίοι να διασφαλίσουν την επαγγελματική τους συνέχεια και εξέλιξη είναι φανερός. Θεωρώ, μάλιστα, ότι η εννοιολόγηση του Quentin Skinner για την ελευθερία ως μη εξάρτηση, μη κυριαρχία από κάποιον άλλο, μας βοηθά πολύ στην ακριβή περιγραφή του μέλλοντος της πλειονότητας των εκπαιδευτικών: σε σύντομο διάστημα για τους περισσότερους δεν θα χρειάζεται καν η επιβολή κάποιου εξωτερικού καταναγκασμού. Η απλή εξάρτηση από την προαίρεση του ιεραρχικά ανώτερου αξιολογητή θα είναι αρκετή για να παραιτείται κάποιος από την επιστημονική και πολιτική του ελευθερία.
Εύλογα, λοιπόν, προκύπτουν τα ερωτήματα:
·      Πόση διάθεση για καλά έργα, καινοτομίες και πρωτοβουλίες θα έχουν οι ανελεύθεροι εκπαιδευτικοί;
·      Πώς θα διδάσκουν στους μελλοντικούς πολίτες την κριτική σκέψη, τη δημοκρατία, τον ακτιβισμό, την αλληλεγγύη όντας υποταγμένοι;
·      Είναι συμβατός με την επιστημονική-ερευνητική τους ιδιότητα ο εθισμός στην αδιαμαρτύρητη εκτέλεση καθηκόντων;
Επιπλέον, για να μη μένει ο εκπαιδευτικός με την ψευδαίσθηση ότι δεν παρακολουθείται συνεχώς, πέρα από τις ενδοσχολικές αξιολογήσεις, το υπουργείο εξετάζει το ενδεχόμενο να συμπληρώσει τα όποια κενά επιτήρησης με τις γνωμοδοτήσεις των γονέων και μαθητών για την επίδοση και τη συμπεριφορά του εκπαιδευτικού. Πρόκειται για τη θέσπιση πρόσθετων ελέγχων, ενδεικτικών της υποτιμητικής αντίληψης που έχει το υπουργείο για τους εκπαιδευτικούς, με τους οποίους παραχωρούνται αρμοδιότητες αξιολογητή, εν πολλοίς, στην κοινή γνώμη.
Είναι ευνόητο ότι, αν τελικά θεσπιστούν αυτές οι γνωμοδοτήσεις, οι εκπαιδευτικοί θα αντιμετωπίσουν πρόσθετες δυσχέρειες, αφού παραδίδονται ως βορά στον κάθε λογής κακοπροαίρετο. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, με την ανάθεση της λογοδοσίας των εκπαιδευτικών και στην κοινωνία, το πιθανότερο είναι ότι οι ομάδες ανθρώπων που θα αποκτήσουν βαρύνοντα λόγο στα σχολικά πράγματα θα είναι οι τοπικές πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές ελίτ με τις αντίστοιχες ιδεολογίες τους, ως αποτέλεσμα της ισχυρής κοινωνικής επιρροής που διαθέτουν.
Ως εκ τούτου, με πρόφαση την ανάρμοστη συμπεριφορά ελάχιστων εκπαιδευτικών (που έτσι κι αλλιώς παρακολουθούνταν πάντα από προϊσταμένους με τη θεσμική αρμοδιότητα να τους επαναφέρουν στην κανονικότητα), αυτοί που πάλι θα πληγούν είναι οι ριζοσπάστες και κριτικοί εκπαιδευτικοί, εκείνοι που οργανώνουν την κοινωνική δράση και τη διδασκαλία τους αντιδρώντας στις φυσικοποιημένες κρατικές και κοινωνικές νόρμες. Καθώς οι κομφορμιστικές πιέσεις στο σχολείο θα ενισχύονται, οι εκπαιδευτικοί θα συναντούν πολύ περισσότερες δυσκολίες στην προσπάθειά τους να υλοποιήσουν, π.χ., μια κριτική διδασκαλία της σχολικής ιστορίας από τη σκοπιά της πανανθρώπινης χειραφέτησης ή να δώσουν έμφαση σε προγράμματα ενίσχυσης των αδύναμων μαθητών/-τριών.
Έτσι, αντί για τα ξερά θα καούν τα χλωρά. Με την παραχώρηση της δυνατότητας παρέμβασης στις ισχυρές ομάδες μιας κοινωνίας με ατομικιστικά αντανακλαστικά, προσαρμοσμένης σε μεγάλο βαθμό στη λογική της αγοράς και στην αποδοχή της κρατικής αυθεντίας, ο ήδη συντηρητικός ιδεολογικός μηχανισμός της εκπαίδευσης θα γίνει ακόμη συντηρητικότερος, ακόμη λιγότερο δεκτικός στην καινοτομία, στην πρωτοβουλία, σε νέα κοινωνικά αιτήματα. Κρατική νομοθεσία, επίβλεψη αξιολογητών και κοινωνικός κομφορμισμός θα επιτύχουν τον στόχο της υπαγωγής του εκπαιδευτικού και του έργου του στον πανοπτικό έλεγχο, την ίδια στιγμή που δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη άλλοι παράγοντες που το επηρεάζουν (και το επιβαρύνουν) άμεσα, όπως οι ιδιαίτερες συνθήκες της τοπικής κοινωνίας, της τάξης, των σχολικών υποδομών και της προσωπικής κατάστασης του ίδιου, που χειροτερεύει διαρκώς με τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων, την εργασιακή επισφάλεια και τις μειώσεις των αποδοχών.
Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω εξηγούν γιατί το Υ.ΠΑΙ.Θ. (που βρίσκει ευήκοα ώτα κυρίως σε όσα στελέχη της εκπαίδευσης δεν επιθυμούν να διακινδυνεύσουν την καριέρα τους) δεν ευτύχησε να δει κανέναν υποστηρικτή του να επιχειρηματολογεί με παρρησία, δημόσια, υπέρ των διατάξεων του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Όσοι υψηλόβαθμοι επιθυμούν την αξιολόγηση, ασκούν μεν (ενίοτε εκφοβιστικά) την επιρροή τους στους υφισταμένους τους υπέρ της (ως μέρος των ειλημμένων καθηκόντων τους;), αποφεύγουν όμως να προβούν σε μια αναλυτική υπεράσπιση των βασικών διατάξεων του νόμου, μάλλον διότι αντιλαμβάνονται ότι θα εκτεθούν ανεπανόρθωτα.
Συνεπώς, μέσα στην καταιγιστική ροή των αρνητικών γεγονότων της μνημονιακής Ελλάδας, με εξαίρεση τις σθεναρές αντιδράσεις του εκπαιδευτικού συνδικαλιστικού κινήματος και μιας μερίδας πανεπιστημιακών που συμπαραστέκεται μαχητικά, δεν διενεργείται κάποιος δημόσιος διάλογος για την ουσία του νομοθετήματος.
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι ένα ζήτημα που παραμένει στην αφάνεια κι έχει εκτοπιστεί από την πολιτική ατζέντα των φιλοκυβερνητικών Μ.Μ.Ε. Έτσι, το Υ.ΠΑΙ.Θ., χωρίς άλλες αντίρροπες κοινωνικές πιέσεις, επιστρατεύοντας μάλιστα -προς επιβεβαίωση της άποψης ότι χαρακτηρίζεται από συνέπεια μέσων και σκοπών- τον αυταρχισμό ενάντια στη δεδηλωμένη αντίθεση της συντριπτικής πλειονότητας των εκπαιδευτικών, προχωρά αταλάντευτο στην εφαρμογή του.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Μην πυροβολείτε το δάσκαλο!

«… Η τάξη είναι το θέατρο ενός συγκλονιστικού δράματος. Ποτέ δεν θα μάθεις τι καλό ή τι κακό έχει κάνει στα εκατοντάδες παιδιά που έρχονται και φεύγουν. Τα βλέπεις να βγαίνουν από την τάξη: ονειροπόλα, αδιάφορα, σαρκαστικά, εκστατικά, χαμογελαστά, προβληματισμένα.
Ύστερα από μερικά χρόνια, αναπτύσσεις κεραίες. Μπορείς να καταλάβεις πότε τους έχεις αγγίξει ή τους έχεις αποξενώσει. Είναι χημεία. Είναι ψυχολογία. Είναι ζωικό ένστικτο. Πορεύεσαι μαζί με τα παιδιά και, όσο θέλεις να είσαι δάσκαλος, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις. Μην περιμένεις βοήθεια απ’ τους ανθρώπους που ξέφυγαν από την τάξη, τους υψηλότερα ιστάμενους. Είναι απασχολημένοι να παρευρίσκονται σε γεύματα και να κάνουν υψηλότερες σκέψεις. Είσαι εσύ και τα παιδιά. Οπότε, το κουδούνι χτύπησε. Τα λέμε αργότερα. Βρες τι αγαπάς και κάν’ το…» (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Δάσκαλος: Μια αυτοβιογραφία» του Φρανκ ΜακΚόρτ, εκδόσεις SCRIPTA, Αθήνα 2006). Ένα βιβλίο, φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου.

Δυστυχώς η κρίση ούτε αθώα είναι ούτε ανιδιοτελής. Αντί να αποτελεί ευκαιρία για ανασυγκρότηση, φαίνεται πως γίνεται όπλο κατά της κοινωνίας, ευκαιρία για διάλυση της κοινωνίας. 
Χρόνια ακούμε πως ο χώρος της Παιδείας χρειάζεται έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό, υπερκομματικό, μακριά από εφήμερες και μικρόνοες σκοπιμότητες ή και όμορφα συνθήματα όπως: «πρώτα ο μαθητής», «να μαθαίνει, πώς να μαθαίνει». 
Και έρχεται η εφαρμογή των διακηρύξεων στην πράξη για να φανερώσει τι πραγματικά έχουν στο νου τους όταν δημοσιοποιούν τις ωραίες εξαγγελίες τους.

Το θέμα είναι η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων. Την αξιολόγηση τη χρειαζόμαστε, το θέμα είναι ποιος θα την κάνει, με ποια κριτήρια και ποιο σκοπό;
Αντικειμενικά, λόγω κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, κάποια παιδιά θα είναι πιο πίσω. Τι μπορεί να μετρηθεί σε μια τάξη όπου οι μισοί μαθητές είναι παιδιά μεταναστών και δεν μιλάνε καν ελληνικά; Όλα αυτά θα συγκλίνουν στο να δημιουργήσουν σχολεία πολλών ταχυτήτων. Αν το δάσκαλο τον καθοδηγούν από το υπουργείο να μετράει τις επιδόσεις των μαθητών του, δεν θα είναι σαν να τον σπρώχνουν να μετράει πολύ συγκεκριμένα πράγματα, κατευθύνοντας τη διδασκαλία και χάνοντας την εκπαιδευτική ελευθερία του;

Έχω την αίσθηση πως με προχειρότητα και ιδιοτέλεια στήνουν μια διαδικασία, σ΄έναν ευαίσθητο χώρο προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις.
Η αυτοαξιολόγηση από την πρώτη ανάγνωση φαίνεται μια γραφειοκρατική διαδικασία αφερέγγυα και υποκριτική. Αφερέγγυα γιατί ενώ περιγράφονται λεπτομερώς οι ενέργειες που οφείλει να κάνει σε κάθε σχολείο ο σύλλογος καθηγητών, δεν αναφέρεται το πιο σημαντικό: ποια θα είναι η κατάληξη; Τις εκθέσεις που θα συντάξει και θα υποβάλλει κάθε σχολείο, στο τέλος του έτους με τις επισημάνσεις και τα συμπεράσματα για κάποιους δείκτες (που θα έχουν αξιολογηθεί) ποιος θα τα διαχειριστεί; Πώς θα αξιοποιηθούν; Υποκριτική γιατί τα περισσότερα στοιχεία (δείκτες) που θα πρέπει να εξεταστούν και να υποβληθούν σχετικές εκθέσεις είναι γνωστά στο Υπουργείο Παιδείας. Αφού χρόνια τώρα κατατίθενται.

Επί πλέον αναρωτιέται κανείς: αποτελεί η αυτοαξιολόγηση κεντρική επιλογή της κυβέρνησης; Είναι ένας νέος θεσμός που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τη δημόσια εκπαίδευση της χώρας μας; Ψιθυρίζεται, ότι η αυτοαξιολόγηση είναι απλά η υλοποίηση ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται με 3,5 εκατομμύρια ευρώ! Ότι υπάρχει μια ομάδα έργου –δεν γνωρίζουμε από ποια άτομα και πόσα- που θα αμειφθεί. Αν η αυτοαξιολόγηση είναι πραγματικά ένα τέτοιο πρόγραμμα τότε πρόκειται για μια ενέργεια «ανήθικη»- νόμιμη ίσως αλλά ανήθικη-. Γιατί κάποιοι θα αυξήσουν το εισόδημά τους χρησιμοποιώντας δομές του Δημοσίου και ανθρώπους αμισθί στο όνομα αφερρέγγυων αρχών και αμφίβολης χρησιμότητας ενεργειών. Αν σκεφτούμε συγχρόνως και τη χρονική συγκυρία που υλοποιείται ένα τέτοιο πρόγραμμα- με τη χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας και την κρίση ανελέητη- τότε η πίκρα και η οργή δικαιολογούνται απόλυτα.

Κάποιοι συνεχίζουν την παλιά δοκιμασμένη και επιτυχή δράση, να κερδίσουν χρήματα μέσω προγραμμάτων…

Η απορία όμως είναι εύλογη: Δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί διαφορετικά αυτό το πρόγραμμα; Αφού η αυτοαξιολόγηση ήδη δημιουργεί ένα συγκρουσιακό περιβάλλον καθώς προστίθεται στα άλλα εκρηκτικά προβλήματα της κοινωνίας μας και εξωθεί σε απεργίες…

Εκτός από τον αξιολογητή, ο δάσκαλος έχει συχνά απέναντί του και το γονιό. Οι γονείς έχουν αλλάξει συμπεριφορά. Είναι υπερπροστατευτικοί και ανασφαλείς σε σχέση με το μέλλον των παιδιών. Παρ’ όλα αυτά η σχέση των γονιών μ’ έναν εκπαιδευτικό στο Δημόσιο ίσως να μην είναι στο καλύτερο της σημείο, μιας και υπάρχει ευρύτερα μια υποβάθμιση και απαξίωση, άδικη και ισοπεδωτική απέναντι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ταυτόχρονα, ο δάσκαλος δεν έχει το κύρος παλαιότερων εποχών, μιας και επικρατεί ένα καθαρά μαθητοκεντρικό μοντέλο εκπαίδευσης που άφησε πίσω του οριστικά τη δασκαλοκεντρική πατερναλιστική μέθοδο μάθησης. Παρατηρώ ότι τα παιδιά κάθε νεότερης γενιάς ωριμάζουν όλο και πιο γρήγορα όπως και η αντίληψή τους. Ίσως οφείλεται στη μεγάλη εξοικείωση με την τεχνολογία και το Διαδίκτυο, το οποίο εισβάλλει στη ζωή τους από τις αρχές του δημοτικού.

Τα σημερινά παιδιά είναι πιο έξυπνα και πιο ενημερωμένα, όμως κουβαλούν το αρνητικό φορτίο των εννοιών που εμπεριέχονται στο σύστημα του σύγχρονου πολιτισμού: ανταγωνισμός, επιθετικότητα, εξειδίκευση, μοναξιά. Το δέλεαρ του εκπαιδευτικού είναι να καλλιεργήσει τα ιδανικά και τις ανθρωπιστικές αξίες στον μαθητή, να τον εκπαιδεύσει στη συνύπαρξη και τον συναγωνισμό και όχι στη μάχη της κατάκτησης της πιο ψηλής κορυφής. Ένα λάθος που κάνουν οι γονείς είναι να περιμένουν από το σχολείο να καλύψει τη δική τους απουσία ή ανεπάρκεια –τα οποία έχουν συχνά να κάνουν με τον φόρτο εργασίας ή τα προβλήματα που τους δημιούργησε η κρίση– ενώ η αλήθεια είναι ότι το σχολείο θα έπρεπε να λειτουργεί επικουρικά σε σχέση με την οικογένεια. Τελικά, το ελληνικό σχολείο είναι αποτελεσματικό όχι τόσο από τις δομές του, αλλά από το φιλότιμο και την αυτοθυσία του προσωπικού του, και την αρμονική συνεργασία των ανθρώπων που το υπηρετούν.

Όσο για την αξιολόγηση, το ζήτημα είναι αν η αξιολόγηση έχει στόχο την ανάπτυξη και την πρόοδο και όχι το ξεφόρτωμα του Δημοσίου από ανθρώπινο δυναμικό. Το Υπουργείο Παιδείας φάνηκε να αναδιπλώνεται σε πολλά σημεία. Και ένας από τους βασικούς λόγους που μετατέθηκε η εφαρμογή της αξιολόγησης για το Σεπτέμβρη, ήταν να υπάρξει προσπάθεια να «στρογγυλέψει» το θέμα της αξιολόγησης και να χρυσώσουν το χάπι στους εκπαιδευτικούς, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο εφαρμογής του μέτρου!

Ο εκπαιδευτικός δεν αντιτίθεται στην αξιολόγηση, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της επαγγελματικής του ενασχόλησης με την εκπαίδευση, καθώς ο ίδιος αξιολογεί τους μαθητές του. Με τις νέες, όμως, συγχωνεύσεις σχολείων, τις περικοπές προσωπικού, τη διαθεσιμότητα, και με την αξιολόγηση που μοιάζει να «τιμωρεί», αντί να αναβαθμίζει, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το ηθικό και την ψυχολογία του εκπαιδευτικού που διδάσκει στην τάξη και συνιστά το πρότυπο του φοβισμένου και όχι του εμπνευσμένου δασκάλου. O εμπνευσμένος δάσκαλος βρίσκεται μακριά από τη νοοτροπία του υπαλλήλου που εκτελεί το έργο του χωρίς ψυχή, που κουράζει και κουράζεται. Είναι εκείνος που αντιμετωπίζει τη διδασκαλία του ως τέχνη και αρνιέται να τη δει ως μια τεχνική με σίγουρα αποτελέσματα. Αντίθετα, ο φοβισμένος δάσκαλος δεν μπορεί να εμπνεύσει τους μαθητές του να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες και να μάχονται για τα όνειρά τους.

Φοβισμένος δάσκαλος σημαίνει φοβισμένα παιδιά και έφηβοι, καθώς εκείνος παραμένει πάντα ένα ισχυρό πρότυπο προς μίμηση και ταύτιση. Αν σε αυτά, προσθέσουμε στην ψυχή του παιδιού και του εφήβου τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής και τη ζοφερή πραγματικότητα της ενδοσχολικής βίας, είναι προφανές ότι απαιτούνται δραστικές πρακτικές στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, προκειμένου αυτή να αποβεί σε όφελος των μαθητών, των εκπαιδευτικών και τελικά, της κοινωνίας.

Ντάλης Βαγγέλης
Αναδημοσίευση από το alfavita.gr

Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής: όταν η μάθηση μοιάζει να συμβαίνει (αλλά δεν συμβαίνει)

(Αναδημοσίευση του άρθρου του Δημ. Αναστασίου, Καθηγητή στο SE University of Illinois) Η έννοια της συμμετοχής/εμπλοκής (engagement) των μα...