Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Το εκπαιδευτικό κουπόνι έρχεται να σκοτώσει το δημόσιο σχολείο

Αναδημοσιεύουμε από το alfavita.gr
 
Όλα δείχνουν ότι το τελειωτικό χτύπημα στη δημόσια παιδεία θα δοθεί με όπλο το εκπαιδευτικό κουπόνι (School voucher) που συνδυάζεται με την ελεύθερη επιλογή σχολείου από τις οικογένειες των μαθητών. Στο τέλος του κειμένου θα σας πω μία ιστορία που θα μοιάζει με ιστορία συνωμοσίας. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από τη στιγμή που αναφέρεται σε συνωμότες. Για εκείνους που συνωμοτούν εις βάρος της δωρεάν και δημόσιας παιδείας της χώρας.
Τι είναι το εκπαιδευτικό κουπόνι (voucher)
Το εκπαιδευτικό κουπόνι θα δίνεται στους γονείς κάθε παιδιού και θα αντιστοιχεί στα έξοδα της φοίτησής του για ένα έτος .Οι γονείς θα αναζητούν το καλύτερο σχολείο για το παιδί τους σε μια μεγάλη βάση δεδομένων που θα περιέχει όλα τα στοιχεία των σχολείων της χώρας. Αν επιλέξουν ιδιωτικό σχολείο προφανώς θα πληρώνουν τη διαφορά .Στην αρχή κάθε εκπαιδευτικού έτους ο κάθε διευθυντής σχολείου θα πηγαίνει στην τράπεζα με τα κουπόνια που θα έχει καταφέρει να μαζέψει και θα τα εξαργυρώνει σε χρήματα. Με τα χρήματα αυτά θα πρέπει να καλύψει όλα τα λειτουργικά έξοδα του σχολείου του (μισθοί εκπαιδευτικών, ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, κτιριακή συντήρηση, πετρέλαιο, εξοπλισμός εποπτικών μέσων κ.α). Κοντολογίς το κάθε σχολείο θα έχει το δικό του budget  (ανάλογα με τον αριθμό των εγγραφών) και με αυτό θα πρέπει να  καλύπτει όλα τα λειτουργικά έξοδα για ένα έτος, σα να ήταν μια αυτόνομη επιχείρηση.
Επειδή παρακάτω θα ακούσετε πράγματα εξωφρενικά που θα δυσκολεύεστε να πιστέψετε θέλω να σας πληροφορήσω ότι υπάρχει μεγάλη διεθνής εμπειρία και ότι όμοιες ή παρόμοιες πρακτικές έχουν ήδη εφαρμόσει αρκετές χώρες όπως η Αγγλία,  οι Η.Π.Α., η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία , η Δανία, η Ολλανδία κ.α. Επίσης αναρωτηθείτε πόσο δύσκολο ήταν πριν από 3-4 χρόνια να πιστέψετε κάποιες φωνές που μίλαγαν για αύξηση ωραρίου, για απολύσεις, για συγχώνευση σχολείων και για μείωση μισθών.
Θεωρία συνομωσίας ή πράξεις συνωμοτών
Ποιες είναι όμως οι αιτίες που η κυβέρνηση φαίνεται ότι μελετά πολύ σοβαρά την εφαρμογή του μοντέλου του εκπαιδευτικού  κουπονιού; Η απάντηση βρίσκεται στην παροιμία «με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια»: Από τη μία θα δώσει ένα νέο κτύπημα στο κοινωνικό κράτος (συρρίκνωση δημόσιας παιδείας) και από την άλλη θα ευνοήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα και τους αγαπημένους της «σχολάρχες» (δίνοντάς τους κρατική χρηματοδότηση αφού οι γονείς θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το voucher και στα ιδιωτικά σχολεία).
Α)  ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Το κλειδί της όλης υπόθεσης είναι να μεταφέρει την ευθύνη για το ποια δημόσια σχολεία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και ποια θα κλείσουν στους γονείς. Δίνοντας σε εκείνους το δικαίωμα επιλογής σχολείου (χωρίς κανένα πλέον γεωγραφικό όριο που υπήρχε μέχρι σήμερα και που επέτρεπε στα παιδιά να φοιτούν μόνο σε σχολεία της περιοχής κατοικίας τους) ουσιαστικά θα τους βάζει να ψηφίζουν ποια σχολεία είναι καλά (πολλές επιλογές γονέων)  και ποια είναι κακά. Φυσικά τα κακά σχολεία θα λειτουργούν με χαμηλό ετήσιο budget και τελικά θα κλείνουν αφού δεν θα έχουν αρκετούς πελάτες. Ουσιαστικός λοιπόν στόχος είναι το κάθε σχολείο να λειτουργεί σα μια αυτόνομη επιχείρηση που το μέλλον της θα κρίνεται από τις πωλήσεις της (εγγραφές μαθητών). Όσον αφορά τους εκπαιδευτικούς που θα ανήκουν σε ένα σχολείο που θα αναγκαστεί να κλείσει λόγω χαμηλής ζήτησης από τους γονείς το υπουργείο έχει φροντίσει να πάρει τα μέτρα του. Μέχρι σήμερα αυτοί οι εκπαιδευτικοί χαρακτηρίζονταν «υπεράριθμοι» και το υπουργείο παιδείας ήταν υποχρεωμένο να τους διασφαλίσει νέο σχολείο για να εργαστούν και μάλιστα κατά προτεραιότητα σε σχέση με άλλες χαρακτηρισμένες ομάδες (από μετάθεση, διάθεση ΠΥΣΔΕ-ΠΥΣΠΕ, κλπ). Από εδώ και στο εξής αυτοί οι εκπαιδευτικοί απλά θα απολύονται αφού το υπουργείο παιδείας έχει σκοπό να νομοθετήσει την υπαγωγή των οργανικών θέσεων κατευθείαν στα σχολεία. Ήδη έχει εξαγγείλει ότι μέχρι τις αρχές του Ιουλίου του 2014 θα δοθεί οργανική θέση σε συγκεκριμένο σχολείο, και μάλιστα χωρίς περιορισμό ωρών,  σε όλους τους εκπαιδευτικούς .Ας καταλάβουμε ότι αυτό είναι μόνο το «τυράκι της φάκας».
Βέβαια για να διευκολυνθεί  η εφαρμογή του εκπαιδευτικού  κουπονιού  έχει γίνει μια απίστευτη προετοιμασία από πλευράς του υπουργείου παιδείας. (Αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας, ατομική αξιολόγηση, σύστημα καταγραφής δεδομένων my school, σταθμισμένες εξετάσεις με τη χρήση τράπεζας θεμάτων).
Με τι κριτήρια θα επιλέγουν οι γονείς το σχολείο που επιθυμούν για τα παιδιά τους;
Με βάση και τη διεθνή εμπειρία οι γονείς θα έχουν πρόσβαση σε μια μεγάλη βάση δεδομένων (σε αρκετά κράτη έχει την ονομασία my school) με όλα τα σχολεία της χώρας (δημόσια και ιδιωτικά) που θα περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που χρειάζονται για να κάνουν τη σωστή επιλογή:
1) Στοιχεία για τους εκπαιδευτικούς κάθε σχολείου: Οι εκπαιδευτικοί θα έχουν μετρήσιμα προσόντα αφού θα έχουν περάσει από αξιολόγηση
2) Στοιχεία για τις επιδόσεις των μαθητών: Θα παρέχονται στατιστικά αποτελέσματα από τις επιδόσεις των μαθητών (leaguetables) και φυσικά επειδή πρέπει η κρίση των επιδόσεων να θεωρείται αντικειμενική και αξιόπιστη εδώ κουμπώνει η χρήση της τράπεζας θεμάτων .
3) Στοιχεία για την συνολική εικόνα του σχολείου (εύρυθμη λειτουργία, εξεύρεση περισσότερων οικονομικών πόρων από χορηγούς και  δημοτικούς φορείς, τα project, οι μειονότητες που φοιτούν στο σχολείο, το συνολικό διαθέσιμο budget του σχολείου).Τα στοιχεία αυτά θα καταγράφονται κάθε έτος με τη διαδικασία της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδος (ΑΕΕ).
Β) ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων, εδώ και λίγο καιρό, ζητούν επιτακτικά από την κυβέρνηση κρατική χρηματοδότηση μέσω εκπαιδευτικών κουπονιών και φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα θα τη λάβουν. Το υπουργείο παιδείας λοιπόν θα δίνει στους γονείς το δικαίωμα να επιλέξουν (με τη χρήση του voucher) και ιδιωτικό σχολείο για το παιδί τους αρκεί να καλύπτουν τη διαφορά στα έξοδα φοίτησης. Φυσικά δεν θα είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση θα προωθήσει κρατική χρηματοδότηση σε ιδιωτικά συμφέροντα (τρανό παράδειγμα οι τράπεζες). Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο θα σώσει οικονομικά πολλούς σχολάρχες που λόγω της κρίσης έχουν τεράστια οικονομικά αδιέξοδα αλλά θα χρησιμοποιήσει την μετατόπιση πολλών παιδιών από τα δημόσια στα ιδιωτικά σχολεία για να ελαττωθεί ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν στα δημόσια σχολεία και έτσι αυτά να οδηγούνται στη συγχώνευση ή στο κλείσιμο.
Με ποιες μεθόδους όμως στρώθηκε το έδαφος για την επέλαση των «σχολαρχών» ;
1) Η μελέτη του ΙΟΒΕ 
Όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις προηγείται η λίπανση του εδάφους από μελέτες που αποδεικνύουν  αυτό που συμφέρει τους ενδιαφερόμενους . Στα μέσα του Φλεβάρη του 2014 έλαβε χώρα το 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων στην Ελληνοαμερικανική  Ένωση. Ποιό ήταν το βασικό θέμα του συνεδρίου; Το εκπαιδευτικό κουπόνι. Ποιοί άλλοι παραβρέθηκαν εκτός από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων; Οι υπουργοί Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος και  κ. Κεδίκογλου, ο υπουργός Ανάπτυξης κ.Χατζηδάκης και Γενικός Επιθεωρητής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης κ. Ρακιντζής .
Το  ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών) είναι στην ουσία η «δεξαμενή σκέψης του ΣΕΒ (Σύλλογος Ελλήνων Βιομηχάνων)». Μην ξεχνάμε ότι και ο κ. Στουρνάρας  που φέρεται να είναι ο συντάκτης των Μνημονίων, είχε μακρά θητεία στη θέση του Γενικού Διευθυντή του  ΙΟΒΕ. Ποιά ήταν τα βασικά σημεία αυτής της έρευνας η οποία, παρεμπιπτόντως αναφέρω,  διαβάστηκε στο 1o Συνέδριο Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων;
α) Στις 29 χώρες του ΟΟΣΑ οι επιδόσεις των μαθητών των ιδιωτικών σχολείων είναι καλύτερες εκείνων των δημόσιων σχολείων και αυτό οφείλεται στην χρηματοδότηση των γονέων.
β) Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ (2012)  ανάμεσα σε 29 χώρες-μέλη του, μόνο στην Ελλάδα και σε άλλες 2 χώρες δεν παρέχεται καθόλου κρατική χρηματοδότηση στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Θέτει, λοιπόν, επιτακτικά  το  ζήτημα της χορήγησης δημόσιας χρηματοδότησης στα ιδιωτικά σχολεία, για να μπορούν να φοιτούν μαθητές από όλα τα οικονομικά στρώματα και όχι μόνο από τα υψηλότερα έτσι ώστε να πραγματώνεται πιο ουσιωδώς η ισότητα ευκαιριών.
γ) Ότι πρέπει οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα επιλογής σχολείου: είτε δημόσιου είτε ιδιωτικού, ώστε με αυτό τον τρόπο να βελτιώνεται το εκπαιδευτικό έργο των σχολείων.
2)Η ένταξη των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο υπουργείο εργασίας.
Με την ψήφιση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια πλέον δεν υπάγονται στο υπουργείο παιδείας αλλά στο υπουργείο εργασίας .Πέραν από την άρση της εποπτείας του κράτους από τη λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί μετατρέπονται πλέον σε απλούς ιδιωτικούς  υπαλλήλους. Έτσι ελευθερώνονται οι απολύσεις (θα ισχύει ότι αφορά τον ιδιωτικό τομέα) και καταργούνται όλες οι συμβάσεις εργασίας και αντικαθίστανται από ατομικές. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι με την απειλή της απόλυσης οι εργοδότες θα μπορούν κάθε χρόνο να επιβάλουν νέες συμβάσεις με χειρότερους όρους εργασίας. Τι όμως εξυπηρετεί μια τέτοια ενέργεια;
Δίνει το δικαίωμα στους «σχολάρχες» να μειώσουν τα έξοδά τους ( απόλυση παλαιότερων εκπαιδευτικών και πρόσληψη νέων και φθηνότερων) .Προσωπική μου άποψη είναι ότι με αυτό τον τρόπο οι  «σχολάρχες» μειώνοντας τα λειτουργικά τους έξοδα θα μπορούν να κάνουν καλύτερες τιμές στους γονείς ώστε το voucher να αρκεί και να μην απαιτείται από τους γονείς να καλύψουν καμία διαφορά από τη τσέπη τους. Έτσι με αυτό τον τρόπο οι εγγραφές των ιδιωτικών σχολείων θα εκτιναχθούν. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός στο συνέδριο των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων που αναφέρθηκε πιο πάνω τονίστηκαν και τα εξής : 5.000 τον χρόνο κοστίζει ένας μαθητής δημοσίου Γυμνασίου στο ελληνικό κράτος. 7000 ευρώ κατά μέσο όρο κοστίζει ο αντίστοιχος μαθητής του ιδιωτικού Γυμνασίου στους γονείς του .Είναι φανερό ότι η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη .Σκεφθείτε λοιπόν τους γονείς που θα έχουν ένα κουπόνι στα χέρια τους και θα μπορούν να επιλέξουν και δημόσιο και ιδιωτικό σχολείο .Τι λέτε ότι θα  επέλεγαν;
3) Η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και τα κοινωνικά στερεότυπα
Το υπουργείο παιδείας τα τελευταία χρόνια έχει φροντίσει να υποβαθμίσει τη δημόσια παιδεία , να αμαυρώσει την εικόνα των εκπαιδευτικών του δημοσίου και την εικόνα των δημόσιων σχολείων. Από την άλλη το υπουργείο ποντάρει στην αξιοποίηση των κοινωνικών στερεότυπων που επικρατούν : θεωρεί ότι τα μεσαία ή και κατώτερα στρώματα που ψάχνουν απελπισμένα να αναρριχηθούν ταξικά μέσω των παιδιών τους ,θα υποδεχτούν ως «μάννα εξ ουρανού» το εκπαιδευτικό κουπόνι που θα τους δίνει το δικαίωμα να γράψουν το παιδί τους  σε ένα καλό σχολείο της επιλογής τους.
Οι ολέθριες συνέπειες του voucher στις χώρες που εφαρμόστηκε
1)Στις ΗΠΑ και στην Αγγλία αλλά και σε αρκετές άλλες χώρες που εφαρμόστηκε το voucher στην αρχή είχε θετική υποδοχή ,κυρίως από τους γονείς χαμηλών και μεσαίων οικονομικών στρωμάτων που θεωρούσαν ότι το παιδί τους άξιζε ενός καλύτερου σχολείου .Οι στατιστικές όμως μελέτες έδειξαν ότι η αλλαγή σχολείου όχι μόνο δεν προκάλεσε βελτίωση της επίδοσης των παιδιών αλλά σε πολλές περιπτώσεις είχαμε και αισθητή πτώση .Οπότε ο αρχικός ενθουσιασμός των γονέων έχει πλέον μετατραπεί σε πονοκέφαλο.
2)Πάρα πολλά σχολεία που δεν είχαν αρκετή ζήτηση από τους γονείς έκλεισαν και οι εκπαιδευτικοί που εργάζονταν σε αυτά απολύθηκαν.
3)Τα σχολεία μετατράπηκαν σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις όπου έπρεπε να διασφαλίζουν τη φήμη τους για να συνεχίζουν να υπάρχουν αφήνοντας όμως στην άκρη τον ουσιώδη παιδαγωγικό τους ρόλο. Προετοίμαζαν τους μαθητές τους μόνο για τις εξετάσεις και έριχναν το βάρος σε μαθήματα που εξετάζονταν σε εθνικό επίπεδο (μαθηματικά ,γλώσσα) με αποτέλεσμα την πλημμελή εκπαίδευση τους σε όλα τα άλλα μαθήματα.
4)Στους  εκπαιδευτικούς  που έβλεπαν ότι το επαγγελματικό τους μέλλον εξαρτάται από το μέλλον της σχολικής μονάδας (φήμη, επιτυχίες, εγγραφές ) παρατηρήθηκε έξαρση του συνδρόμου της εργασιακής εξουθένωσης ( burn out syndrome),αφού υπερέβαλαν εαυτόν λόγω της ανασφάλειας και αναγκάζονταν να εργάζονται πολλές ώρες εκτός ωραρίου για να προετοιμάσουν τους μαθητές για εξετάσεις , μη παίρνοντας καμία ευχαρίστηση από την διδασκαλία τους.
5)Ενώ στην αρχή όπου εφαρμόστηκε το  voucher κάλυπτε το σύνολο της φοίτησης από ένα σημείο και μετά άρχισαν να μπαίνουν επιπλέον χρεώσεις στους γονείς με νέα «εκπαιδευτικά  προϊόντα» που προσέφερε το σχολείο στους μαθητές και που δεν είχαν συμπεριληφθεί στο αρχικό πακέτο. 
6)Ενώ οι υποστηρικτές του voucher μιλούσαν για πραγμάτωση της ισότητας ευκαιριών στην πραγματικότητα είχαμε μεγάλη όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων στην εκπαίδευση. Δημιουργήθηκε η κατηγορία των ανεπιθύμητων μαθητών που κανένα σχολείο δεν τους ήθελε γιατί θα αμαύρωναν τη φήμη του. Αδύναμοι μαθητές , μαθητές με μαθησιακά προβλήματα , μαθητές με οικογενειακά προβλήματα , παιδιά μεταναστών , ζωηροί μαθητές , παιδιά που ανήκουν σε μειονότητες θεωρήθηκαν προβλήματα του σχολείου και οι διευθυντές φρόντιζαν να απαλλαγούν από αυτούς είτε ελέγχοντας τις εγγραφές τους είτε εκμεταλλευόμενοι τις διατάξεις που ευνοούσαν κάτι τέτοιο.
To voucher είναι όπλο στα χέρια του νεοφιλελευθερισμού
Βασικός υποστηρικτής  του  εκπαιδευτικού  κουπονιού  (School voucher) ήταν ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν (θεμελιωτής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομίας)  που ισχυριζόταν ότι  «το εκπαιδευτικό κουπόνι είναι ένα μέσο για να επιτευχθεί η μετάβαση από ένα κρατικό σύστημα σε ένα σύστημα της αγοράς». Η πρώτη που έτρεξε να εφαρμόσει το voucher στη χώρα της ήταν η  Μάργκαρετ Θάτσερ (της Αγγλίας) που ως γνωστόν ήταν φανατική θαυμάστρια του νεοφιλελευθερισμού και πιστή φίλη του Φρίντμαν.
Το voucher στην ουσία μετατρέπει τον γονέα σε καταναλωτή και το σχολείο σε προϊόν. Η εκπαίδευση από κοινωνικό αγαθό που αφορά όλους  μετατρέπεται σε ατομικό αγαθό . Το δημόσιο σχολείο όμως (όπως και όλα τα δημόσια αγαθά) ενισχύει το αίσθημα της λαϊκής ενότητας. Η συνέχειά του είναι συνυφασμένη με την ίδια την διατήρησης της δημοκρατίας.  
Το voucher είναι πολύ επικίνδυνο εργαλείο γιατί είναι ύπουλο και ξεγελάει τους γονείς για τις πραγματικές του προθέσεις. Ο νεοφιλελευθερισμός τους κλείνει το μάτι και τους λέει : « πάρτε την κατάσταση στα χέρια σας, το παιδί σας αξίζει ένα καλύτερο σχολείο και εσείς αξίζετε ένα καλύτερο μέλλον». Προσπαθεί να τους πείσει ότι όλα γίνονται για το καλό των παιδιών τους. Οι γονείς  δύσκολα μπορούν να καταλάβουν ότι πίσω από όλα κρύβονται συμφέροντα που απλά χρειάζονται τη δική τους συναίνεση για να εξυπηρετηθούν .
Ο καπιταλισμός, με ακόμα άλλον έναν τρόπο, δείχνει το πιο τρομακτικό του πρόσωπο μέσα στα σχολεία που φοιτούν τα παιδιά μας. Στόχος του είναι να ενισχύσει τις ανισότητες ώστε η πλειονότητα των μαθητών να αποθαρρύνεται και να επιλέγει το δρόμο της κατάρτισης και της μαθητείας , αφού το σύστημα αυτή τη στιγμή έχει ανάγκη από χέρια και όχι από μυαλά. Είναι προφανές ότι η  αντίσταση σε μια τέτοια επέλαση του νεοφιλελευθερισμού  και των συμφερόντων δεν μπορεί παρά να έχει πολιτική διάσταση.
Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Το “Φροντιστήριο” ως παγκόσμιο φαινόμενο

Αναδημοσίευση από το e-cynical.blogspot.gr

Αν δεν ήταν οι τριπλές εκλογές, αυτή την περίοδο όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς θα ασχολιόταν με τις εισαγωγικές εξετάσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ο αέρας θα πλημμύριζε για πολλοστή φορά με τη συνήθη γκρίνια για τα χάλια της δευτεροβάθμιας. Μαζί τα σκάγια θα έπιαναν, ως είθισται και τα πανεπιστήμια, που δεν ανταποκρίνονται, ούτε και ανταμοίβουν τον τεράστιο κόπο που καταβάλουν οι μαθητές για να περάσουν τις πύλες τους: στο τέλος της πορείας, για όσους την αντέξουν, δεν περιμένει παρά η ανεργία. Αν λοιπόν, τα δημόσια γίνονταν ιδιωτικά, ίσως τότε τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.

Ο κυριότερος δείκτης που πιστοποιεί στην κοινή συνείδηση την ανεπάρκεια των δημόσιων Γυμνασίων και Λυκείων είναι η πανταχού παρουσία των φροντιστηρίων, η φοίτηση στα οποία αποτελεί και την αναγκαία συνθήκη για τη συμμετοχή στις πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν νοείται μαθητής να συμμετάσχει στις εξετάσεις χωρίς να έχει περάσει τα περισσότερα απογεύματα ενός ή και τριών χρόνων στα θρανία τους.

Αυτό είναι εν ολίγοις το κοινό αίσθημα ενός λαού που έχει μάθει να συμπεριφέρεται όχι καλύτερα απ' ό,τι το σκυλί του Παβλώφ. Γιατί αν έκανε τον κόπο να δει και παραπέρα θα διαπίστωνε ότι η εξωσχολική ιδιωτική, συμπληρωματική του δημόσιου σχολείου εκπαίδευση, κοινώς τα “Ιδιαίτερα” και το “Φροντιστήριο” απαντώνται σε όλα τα μέρη του κόσμου, με επιταχυνόμενο μάλιστα ρυθμό, ακόμα και σε εκείνα για τα οποία δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι διαθέτουν ένα άρτιο εκπαιδευτικό σύστημα. Λίγοι για παράδειγμα γνωρίζουν ότι οι πολυπαινεμένοι μαθητές της Ν. Κορέας, οι οποίοι πρωτεύουν σε όλες τις εξετάσεις τύπου PISA κλπ, ξοδεύουν πολύ περισσότερο χρόνο σε ιδιωτικά φροντιστήρια, τα hagwons, απ' οτι στα σχολεία τους, κι απ' οτι όλα τ' άλλα παιδιά του κόσμου, ότι τα φροντιστήρια αποτελούν mega-επιχειρήσεις στις οποίες επενδύουν από την Goldman Sachs ως την Carlyle, και ότι ο πιο διάσημος φροντιστής της χώρας, που κερδίζει περί τα 4 εκατ. δολάρια το χρόνο φτάνει στο σημείο να τεμαχίσει το σώμα σε μετοχές και να το εισάγει στο χρηματιστήριο της Σεούλ για τα περαιτέρω.

Στα διάφορα ταξίδια μου δεν ήταν λίγες οι φορές που ο φακός έτυχε να πιάσει διαφημιστικές αφίσες φροντιστηρίων για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια από την Ιταλία ως τη μακρινή Βολιβία. Το ότι η ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση αυξάνει με τα χρόνια δεν οφείλεται σε κάποια έκρηξη φιλομάθειας, αλλά στην αυξανόμενη σπάνη των λεγόμενων “καλών” θέσεων εργασίας. Η στόχευση σε ένα περιορισμένο αριθμό εξ αυτών έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού για εκείνες τις πανεπιστημιακές σχολές οι οποίες έχουν και τις μεγαλύτερες πιθανότητες να τις εξασφαλίσουν.

Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν αντανακλούν την ποιότητα κανενός εκπαιδευτικού συστήματος ή σχολείου, καθ΄οτι τα παλούκια μπροστά στο τέρμα μπορούν να μετακινούνται άλλοτε πιο μπροστά κι άλλοτε πιο πίσω ώστε κάθε φορά να σκοράρει ένας συγκεκριμένος αριθμός μαθητών, κάθε φορά και μικρότερος όσον αφορά τις “καλές σχολές”.

Κι όσο οι θέσεις εργασίας που πληρώνουν σπανίζουν, τόσο αυξάνεται ο ανταγωνισμός, και τόσο αυγατίζουν τα φροντιστηρια. Η ανεργία που περιμένει στη γωνιά μια μεγάλη μερίδα αποφοίτων δεν οφείλεται τόσο στις όποιες ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο στις στρεβλώσεις της ίδιας της αγοράς εργασίας. Και η εκπαίδευση, όσο άριστη και να είναι, από μόνη της δεν φτιάχνει δουλειές.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η βιομηχανία “Φροντιστήριο” γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη σε πολλές χώρες ανά την υφήλιο ανεξαρτήτως μεγέθους και οικονομικής κατάστασης. Σύμφωνα με το Forbes, ο τζίρος στην παραπαιδεία μέχρι το 2018 θα ξεπεράσει τα 102 δις δολάρια παγκοσμίως, με οδηγούς στην κούρσα τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και τις χώρες της Άπω Ανατολής, αλλά πάνω απ' ολες την τρελαμένη Ν. Κορέα, η οποία και καλύπτει το 15% του παγκόσμιου τζίρου. Το ποσό που ξοδεύουν οι Νοτιοκορεάτες γονείς στα ιδιωτικά μαθήματα ξεπερνάει το κόστος της δημόσιας εκπαίδευσης. Το ίδιο συμβαίνει και στην Τουρκία. Η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς έχει παρασύρει και Κίνα, Βιετνάμ, ορισμένες Αφρικανικές χώρες, καθώς και τις χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ. Στο δε Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, την Καμπότζη, την Αίγυπτο και τη Λιβύη το μεγαλύτερο μέρος της σχολικής ύλης έχει ανεπισήμως “πουληθεί” στα φροντιστήρια.

Στη Γαλλία, όπου ο ανταγωνισμός για την εισαγωγή σε κάποια από τις École είναι ανελέητος, η ίδια η κυβέρνηση ενθαρρύνει τα φροντιστήρια με φοροαπαλλαγές επί των διδάκτρων. Ο τζίρος ξεπερνάει το $1δις ετησίως. Το ίδιο και στη Γερμανία. Η Μαλαισία και Σιγκαπούρη επιτρέπουν στους δασκάλους ορισμένες ώρες ιδιωτικής διδασκαλίας. Ενώ, προς το παρόν οι Σκανδιναβικές χώρες είναι εκτός χορού. 
 
Στη Μ. Βρετανία, όπου κι εκεί η ανεργία θερίζει, το 25% των μαθητών κάνει “ιδιαίτερα”. Στο Λονδίνο το 40%. Κάθε οικογένεια ξοδεύει κατά μέσο όρο 2,750 λίρες για κάθε παιδί το χρόνο, ενώ ο συνολικός τζίρος αγγίζει τα 6 δις. Το ωριαίο κόστος βρίσκεται ανάμεσα στις 25 και 40 λίρες. 
 
Στο Ισραήλ, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Σχεδόν, το 50% των μαθητών στο Γυμνάσιο και Λύκειο καταφεύγουν σε “ιδιαίτερα”, με το μέσο κόστος να ανέρχεται στα 5,120 δολάρια. Η αντίστοιχη αγορά εκτιμάται στα 300 εκατ. Και το ωριαίο κόστος κυμαίνεται ανάμεσα στα 25 με 50 δολάρια.
Συγκριτικά, στην Ελλάδα η εν λόγω αγορά αποτιμάται στο 1 δις ευρώ κατ' έτος.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Αξιολόγηση και καθυπόταξη


Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι ένα ζήτημα που παραμένει έξω από τον ουσιαστικό δημόσιο διάλογο παρά το γεγονός ότι κινδυνεύει να επιφέρει άμεσες αλλαγές στο κλίμα και στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των εργαζομένων στο σχολείο.
Παρά τις συνθήκες γενικευμένης κρίσης, δεν είναι δύσκολο για την κρατική εξουσία να μεταθέτει πειστικά τις ευθύνες για τις αποτυχίες στους πολίτες. Το διαίρει και βασίλευε που στοχεύει στον αλληλοσπαραγμό των κοινωνικών ομάδων και, από την άλλη πλευρά, η τάση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού να εξακολουθεί να εναποθέτει τις ελπίδες του στον ισχυρό, διασφαλίζουν την επιτυχία αυτής της στρατηγικής.
Το ίδιο συμβαίνει με τα νομοσχέδια για την αξιολόγηση-αυτοαξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Για μια ακόμη φορά, η Πολιτεία επιδιώκει να αποποιηθεί τις ευθύνες της για τα προβλήματα της παιδείας και να τα φορτώσει στις πλάτες των εργαζομένων. Ουδέποτε επέλεξε τον δρόμο μιας σοβαρής αυτοκριτικής και, ενώ με συνεπή συγκεντρωτισμό φροντίζει να διατηρεί τους εκπαιδευτικούς έξω από τη διαδικασία λήψης κάθε σοβαρής απόφασης αποφεύγοντας συστηματικά τον ουσιαστικό διάλογο και τη σύνθεση ιδεών με τις Ομοσπονδίες τους, προχωρά σταθερά στη στοχοποίησή τους ως κύρια αιτία των δεινών. Έτσι, στρατευμένη σε μια (καθ' υπόδειξη των εταίρων, του Ο.Ο.Σ.Α. κ.λπ.) νεοφιλελεύθερη ανάγνωση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, επιχειρεί να επιβάλει την αξιολόγηση ως μια αναγκαία, πολλά υποσχόμενη λύση.
Άλλωστε το κλίμα είναι ευνοϊκό. Παρόμοιες αυταρχικές επιλογές δημιουργούν με την ευλογία των Μ.Μ.Ε. καλή εντύπωση στο πολιτικό κοινό της χώρας, εφόσον ερμηνεύονται ως ένδειξη κυβερνητικού σφρίγους. Επίσης, αφού η αξιολόγηση έχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο νομιμοποιηθεί στην αντίληψη μιας μερίδας των πολιτών, εκτός των άμεσα ενδιαφερομένων, δεν ασχολείται κανείς σοβαρά με το ίδιο το νομοθέτημα.
Εδώ όμως βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Ελάχιστοι πολίτες πέρα από τους στενούς εκπαιδευτικούς κύκλους έχουν αντιληφθεί τις συνέπειες της επικείμενης εφαρμογής του. Η εισαγωγή και κυριαρχία των ποσοτικοποιήσεων στο διδακτικό αποτέλεσμα, η υποχρεωτική κατάταξη του 15% των αξιολογούμενων εκπαιδευτικών στην επικίνδυνη κατηγορία των «ελλιπών», οι δυνατότητες σύγκρισης των επιδόσεων των σχολείων με πιθανές συνέπειες στην ήδη προβληματική χρηματοδότησή τους, το κλείσιμο του ματιού στη λογική της αγοράς είναι κάποιες μόνο από τις προβληματικές καινοτομίες-δυνατότητες που εισάγονται. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η πιο επικίνδυνη πτυχή του αφορά στο ζήτημα των άμεσων αλλαγών που επιφέρει στο κλίμα και στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των εργαζομένων στο σχολείο, όπου και θα εστιάσω.
Πέρα από την παρακολούθηση της τυπικής άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων, στην πράξη με το νομοσχέδιο της αξιολόγησης εισάγεται ο διαρκής και σε βάθος έλεγχος των εκπαιδευτικών στην τυφλή, αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή των πολιτικών και επιστημονικών επιλογών της κρατικής αυθεντίας για τη στοχοθεσία, το αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμα, τα διδακτικά εγχειρίδια, τα εκπαιδευτικά προγράμματα, τις υποδομές κ.λπ. Μάλιστα, για να γίνει αποτελεσματικός αυτός ο έλεγχος, η αξιολόγηση συνδέεται με την καθιέρωση πολλαπλών ατομικών εξαρτήσεων του υπαλλήλου, οι οποίες αφορούν την οικονομική και υπηρεσιακή του εξέλιξη.
Εντούτοις το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Η εξέλιξη δεν εξαρτάται μόνο από τον βαθμό πειθάρχησης, αλλά και από την υποκειμενική κρίση δύο στελεχών-εκπροσώπων του κράτους που, ως ιεραρχικά ανώτεροι, επιστρατεύονται για να υλοποιήσουν τη διαδικασία: του διευθυντή σχολικής μονάδας και του σχολικού συμβούλου. Έτσι, αποκτούν καθοριστική σημασία όχι μόνο οι πολιτικές και επιστημονικές διαφωνίες των εκπαιδευτικών αλλά και οι διαπροσωπικές σχέσεις που ήδη έχουν διαμορφώσει ή θα αναπτύξουν με τους αξιολογητές τους στο σχολικό, συνδικαλιστικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Κάθε διαφοροποίηση του υφισταμένου θα έχει κόστος και, όσο πιο συστηματική και συγκρουσιακή είναι αυτή η διαφοροποίηση, τόσο πιο επώδυνη θα γίνεται για τον εκπαιδευτικό. Αντιθέτως, ευνοείται η δημιουργία «αυλής» και η υποτέλεια σε πρόσωπα που, ας μην το ξεχνάμε, θα έχουν ήδη αξιολογηθεί επιτυχώς και επιλεγεί από το ίδιο το κράτος (άρα, αν μη τι άλλο, δεν θα εναντιώνονται ιδεολογικά) και θα έχουν τις προσωπικές τους βλέψεις-φιλοδοξίες για περαιτέρω εξέλιξη. Επιπρόσθετα, η τελική κατάταξη των αξιολογούμενων στις τέσσερις κατηγορίες (με την τελευταία να συνδέεται με την απόλυση) αναμένεται να ενισχύσει τον ατομικισμό, τον ανταγωνισμό, την ευνοιοκρατία, την υποκρισία, την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον φατριασμό, τις μυστικές συνεννοήσεις και συναλλαγές.
Είναι εμφανές ότι η πίεση που ασκείται από την εξουσία μέσω της επιβολής της κρατικής-επιστημονικής αυθεντίας και της εγκαθίδρυσης στενής ιεραρχίας για την επιτήρηση αναδιπλασιάζεται και οδηγεί ευθέως στην καθυπόταξη. Όποιες κι αν είναι οι αντιστάσεις, η τάση της ιδεολογικής αναπαραγωγής μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς θα είναι κυρίαρχη. Η δημόσια εκπαίδευση, από τους ελάχιστους εναπομείναντες χώρους στους οποίους μπορούν ακόμη οι εργαζόμενοι να διατηρούν μια σχετική αυτονομία, θα μετατραπεί μακροπρόθεσμα σε ένα πεδίο σταδιακής υποκειμενοποίησης και νεοφιλελεύθερης αναμόρφωσης των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών, διαμέσου της αναγκαστικής εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, ό,τι εν συντομία η Judith Butler όρισε ως επιτελεστικότητα. Ο κίνδυνος απεμπόλησης των παιδαγωγικών, ατομικών και πολιτικών ελευθεριών των εκπαιδευτικών προκειμένου οι τελευταίοι να διασφαλίσουν την επαγγελματική τους συνέχεια και εξέλιξη είναι φανερός. Θεωρώ, μάλιστα, ότι η εννοιολόγηση του Quentin Skinner για την ελευθερία ως μη εξάρτηση, μη κυριαρχία από κάποιον άλλο, μας βοηθά πολύ στην ακριβή περιγραφή του μέλλοντος της πλειονότητας των εκπαιδευτικών: σε σύντομο διάστημα για τους περισσότερους δεν θα χρειάζεται καν η επιβολή κάποιου εξωτερικού καταναγκασμού. Η απλή εξάρτηση από την προαίρεση του ιεραρχικά ανώτερου αξιολογητή θα είναι αρκετή για να παραιτείται κάποιος από την επιστημονική και πολιτική του ελευθερία.
Εύλογα, λοιπόν, προκύπτουν τα ερωτήματα:
·      Πόση διάθεση για καλά έργα, καινοτομίες και πρωτοβουλίες θα έχουν οι ανελεύθεροι εκπαιδευτικοί;
·      Πώς θα διδάσκουν στους μελλοντικούς πολίτες την κριτική σκέψη, τη δημοκρατία, τον ακτιβισμό, την αλληλεγγύη όντας υποταγμένοι;
·      Είναι συμβατός με την επιστημονική-ερευνητική τους ιδιότητα ο εθισμός στην αδιαμαρτύρητη εκτέλεση καθηκόντων;
Επιπλέον, για να μη μένει ο εκπαιδευτικός με την ψευδαίσθηση ότι δεν παρακολουθείται συνεχώς, πέρα από τις ενδοσχολικές αξιολογήσεις, το υπουργείο εξετάζει το ενδεχόμενο να συμπληρώσει τα όποια κενά επιτήρησης με τις γνωμοδοτήσεις των γονέων και μαθητών για την επίδοση και τη συμπεριφορά του εκπαιδευτικού. Πρόκειται για τη θέσπιση πρόσθετων ελέγχων, ενδεικτικών της υποτιμητικής αντίληψης που έχει το υπουργείο για τους εκπαιδευτικούς, με τους οποίους παραχωρούνται αρμοδιότητες αξιολογητή, εν πολλοίς, στην κοινή γνώμη.
Είναι ευνόητο ότι, αν τελικά θεσπιστούν αυτές οι γνωμοδοτήσεις, οι εκπαιδευτικοί θα αντιμετωπίσουν πρόσθετες δυσχέρειες, αφού παραδίδονται ως βορά στον κάθε λογής κακοπροαίρετο. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, με την ανάθεση της λογοδοσίας των εκπαιδευτικών και στην κοινωνία, το πιθανότερο είναι ότι οι ομάδες ανθρώπων που θα αποκτήσουν βαρύνοντα λόγο στα σχολικά πράγματα θα είναι οι τοπικές πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές ελίτ με τις αντίστοιχες ιδεολογίες τους, ως αποτέλεσμα της ισχυρής κοινωνικής επιρροής που διαθέτουν.
Ως εκ τούτου, με πρόφαση την ανάρμοστη συμπεριφορά ελάχιστων εκπαιδευτικών (που έτσι κι αλλιώς παρακολουθούνταν πάντα από προϊσταμένους με τη θεσμική αρμοδιότητα να τους επαναφέρουν στην κανονικότητα), αυτοί που πάλι θα πληγούν είναι οι ριζοσπάστες και κριτικοί εκπαιδευτικοί, εκείνοι που οργανώνουν την κοινωνική δράση και τη διδασκαλία τους αντιδρώντας στις φυσικοποιημένες κρατικές και κοινωνικές νόρμες. Καθώς οι κομφορμιστικές πιέσεις στο σχολείο θα ενισχύονται, οι εκπαιδευτικοί θα συναντούν πολύ περισσότερες δυσκολίες στην προσπάθειά τους να υλοποιήσουν, π.χ., μια κριτική διδασκαλία της σχολικής ιστορίας από τη σκοπιά της πανανθρώπινης χειραφέτησης ή να δώσουν έμφαση σε προγράμματα ενίσχυσης των αδύναμων μαθητών/-τριών.
Έτσι, αντί για τα ξερά θα καούν τα χλωρά. Με την παραχώρηση της δυνατότητας παρέμβασης στις ισχυρές ομάδες μιας κοινωνίας με ατομικιστικά αντανακλαστικά, προσαρμοσμένης σε μεγάλο βαθμό στη λογική της αγοράς και στην αποδοχή της κρατικής αυθεντίας, ο ήδη συντηρητικός ιδεολογικός μηχανισμός της εκπαίδευσης θα γίνει ακόμη συντηρητικότερος, ακόμη λιγότερο δεκτικός στην καινοτομία, στην πρωτοβουλία, σε νέα κοινωνικά αιτήματα. Κρατική νομοθεσία, επίβλεψη αξιολογητών και κοινωνικός κομφορμισμός θα επιτύχουν τον στόχο της υπαγωγής του εκπαιδευτικού και του έργου του στον πανοπτικό έλεγχο, την ίδια στιγμή που δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη άλλοι παράγοντες που το επηρεάζουν (και το επιβαρύνουν) άμεσα, όπως οι ιδιαίτερες συνθήκες της τοπικής κοινωνίας, της τάξης, των σχολικών υποδομών και της προσωπικής κατάστασης του ίδιου, που χειροτερεύει διαρκώς με τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων, την εργασιακή επισφάλεια και τις μειώσεις των αποδοχών.
Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω εξηγούν γιατί το Υ.ΠΑΙ.Θ. (που βρίσκει ευήκοα ώτα κυρίως σε όσα στελέχη της εκπαίδευσης δεν επιθυμούν να διακινδυνεύσουν την καριέρα τους) δεν ευτύχησε να δει κανέναν υποστηρικτή του να επιχειρηματολογεί με παρρησία, δημόσια, υπέρ των διατάξεων του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Όσοι υψηλόβαθμοι επιθυμούν την αξιολόγηση, ασκούν μεν (ενίοτε εκφοβιστικά) την επιρροή τους στους υφισταμένους τους υπέρ της (ως μέρος των ειλημμένων καθηκόντων τους;), αποφεύγουν όμως να προβούν σε μια αναλυτική υπεράσπιση των βασικών διατάξεων του νόμου, μάλλον διότι αντιλαμβάνονται ότι θα εκτεθούν ανεπανόρθωτα.
Συνεπώς, μέσα στην καταιγιστική ροή των αρνητικών γεγονότων της μνημονιακής Ελλάδας, με εξαίρεση τις σθεναρές αντιδράσεις του εκπαιδευτικού συνδικαλιστικού κινήματος και μιας μερίδας πανεπιστημιακών που συμπαραστέκεται μαχητικά, δεν διενεργείται κάποιος δημόσιος διάλογος για την ουσία του νομοθετήματος.
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι ένα ζήτημα που παραμένει στην αφάνεια κι έχει εκτοπιστεί από την πολιτική ατζέντα των φιλοκυβερνητικών Μ.Μ.Ε. Έτσι, το Υ.ΠΑΙ.Θ., χωρίς άλλες αντίρροπες κοινωνικές πιέσεις, επιστρατεύοντας μάλιστα -προς επιβεβαίωση της άποψης ότι χαρακτηρίζεται από συνέπεια μέσων και σκοπών- τον αυταρχισμό ενάντια στη δεδηλωμένη αντίθεση της συντριπτικής πλειονότητας των εκπαιδευτικών, προχωρά αταλάντευτο στην εφαρμογή του.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Μην πυροβολείτε το δάσκαλο!

«… Η τάξη είναι το θέατρο ενός συγκλονιστικού δράματος. Ποτέ δεν θα μάθεις τι καλό ή τι κακό έχει κάνει στα εκατοντάδες παιδιά που έρχονται και φεύγουν. Τα βλέπεις να βγαίνουν από την τάξη: ονειροπόλα, αδιάφορα, σαρκαστικά, εκστατικά, χαμογελαστά, προβληματισμένα.
Ύστερα από μερικά χρόνια, αναπτύσσεις κεραίες. Μπορείς να καταλάβεις πότε τους έχεις αγγίξει ή τους έχεις αποξενώσει. Είναι χημεία. Είναι ψυχολογία. Είναι ζωικό ένστικτο. Πορεύεσαι μαζί με τα παιδιά και, όσο θέλεις να είσαι δάσκαλος, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις. Μην περιμένεις βοήθεια απ’ τους ανθρώπους που ξέφυγαν από την τάξη, τους υψηλότερα ιστάμενους. Είναι απασχολημένοι να παρευρίσκονται σε γεύματα και να κάνουν υψηλότερες σκέψεις. Είσαι εσύ και τα παιδιά. Οπότε, το κουδούνι χτύπησε. Τα λέμε αργότερα. Βρες τι αγαπάς και κάν’ το…» (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Δάσκαλος: Μια αυτοβιογραφία» του Φρανκ ΜακΚόρτ, εκδόσεις SCRIPTA, Αθήνα 2006). Ένα βιβλίο, φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου.

Δυστυχώς η κρίση ούτε αθώα είναι ούτε ανιδιοτελής. Αντί να αποτελεί ευκαιρία για ανασυγκρότηση, φαίνεται πως γίνεται όπλο κατά της κοινωνίας, ευκαιρία για διάλυση της κοινωνίας. 
Χρόνια ακούμε πως ο χώρος της Παιδείας χρειάζεται έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό, υπερκομματικό, μακριά από εφήμερες και μικρόνοες σκοπιμότητες ή και όμορφα συνθήματα όπως: «πρώτα ο μαθητής», «να μαθαίνει, πώς να μαθαίνει». 
Και έρχεται η εφαρμογή των διακηρύξεων στην πράξη για να φανερώσει τι πραγματικά έχουν στο νου τους όταν δημοσιοποιούν τις ωραίες εξαγγελίες τους.

Το θέμα είναι η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων. Την αξιολόγηση τη χρειαζόμαστε, το θέμα είναι ποιος θα την κάνει, με ποια κριτήρια και ποιο σκοπό;
Αντικειμενικά, λόγω κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, κάποια παιδιά θα είναι πιο πίσω. Τι μπορεί να μετρηθεί σε μια τάξη όπου οι μισοί μαθητές είναι παιδιά μεταναστών και δεν μιλάνε καν ελληνικά; Όλα αυτά θα συγκλίνουν στο να δημιουργήσουν σχολεία πολλών ταχυτήτων. Αν το δάσκαλο τον καθοδηγούν από το υπουργείο να μετράει τις επιδόσεις των μαθητών του, δεν θα είναι σαν να τον σπρώχνουν να μετράει πολύ συγκεκριμένα πράγματα, κατευθύνοντας τη διδασκαλία και χάνοντας την εκπαιδευτική ελευθερία του;

Έχω την αίσθηση πως με προχειρότητα και ιδιοτέλεια στήνουν μια διαδικασία, σ΄έναν ευαίσθητο χώρο προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις.
Η αυτοαξιολόγηση από την πρώτη ανάγνωση φαίνεται μια γραφειοκρατική διαδικασία αφερέγγυα και υποκριτική. Αφερέγγυα γιατί ενώ περιγράφονται λεπτομερώς οι ενέργειες που οφείλει να κάνει σε κάθε σχολείο ο σύλλογος καθηγητών, δεν αναφέρεται το πιο σημαντικό: ποια θα είναι η κατάληξη; Τις εκθέσεις που θα συντάξει και θα υποβάλλει κάθε σχολείο, στο τέλος του έτους με τις επισημάνσεις και τα συμπεράσματα για κάποιους δείκτες (που θα έχουν αξιολογηθεί) ποιος θα τα διαχειριστεί; Πώς θα αξιοποιηθούν; Υποκριτική γιατί τα περισσότερα στοιχεία (δείκτες) που θα πρέπει να εξεταστούν και να υποβληθούν σχετικές εκθέσεις είναι γνωστά στο Υπουργείο Παιδείας. Αφού χρόνια τώρα κατατίθενται.

Επί πλέον αναρωτιέται κανείς: αποτελεί η αυτοαξιολόγηση κεντρική επιλογή της κυβέρνησης; Είναι ένας νέος θεσμός που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τη δημόσια εκπαίδευση της χώρας μας; Ψιθυρίζεται, ότι η αυτοαξιολόγηση είναι απλά η υλοποίηση ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται με 3,5 εκατομμύρια ευρώ! Ότι υπάρχει μια ομάδα έργου –δεν γνωρίζουμε από ποια άτομα και πόσα- που θα αμειφθεί. Αν η αυτοαξιολόγηση είναι πραγματικά ένα τέτοιο πρόγραμμα τότε πρόκειται για μια ενέργεια «ανήθικη»- νόμιμη ίσως αλλά ανήθικη-. Γιατί κάποιοι θα αυξήσουν το εισόδημά τους χρησιμοποιώντας δομές του Δημοσίου και ανθρώπους αμισθί στο όνομα αφερρέγγυων αρχών και αμφίβολης χρησιμότητας ενεργειών. Αν σκεφτούμε συγχρόνως και τη χρονική συγκυρία που υλοποιείται ένα τέτοιο πρόγραμμα- με τη χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας και την κρίση ανελέητη- τότε η πίκρα και η οργή δικαιολογούνται απόλυτα.

Κάποιοι συνεχίζουν την παλιά δοκιμασμένη και επιτυχή δράση, να κερδίσουν χρήματα μέσω προγραμμάτων…

Η απορία όμως είναι εύλογη: Δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί διαφορετικά αυτό το πρόγραμμα; Αφού η αυτοαξιολόγηση ήδη δημιουργεί ένα συγκρουσιακό περιβάλλον καθώς προστίθεται στα άλλα εκρηκτικά προβλήματα της κοινωνίας μας και εξωθεί σε απεργίες…

Εκτός από τον αξιολογητή, ο δάσκαλος έχει συχνά απέναντί του και το γονιό. Οι γονείς έχουν αλλάξει συμπεριφορά. Είναι υπερπροστατευτικοί και ανασφαλείς σε σχέση με το μέλλον των παιδιών. Παρ’ όλα αυτά η σχέση των γονιών μ’ έναν εκπαιδευτικό στο Δημόσιο ίσως να μην είναι στο καλύτερο της σημείο, μιας και υπάρχει ευρύτερα μια υποβάθμιση και απαξίωση, άδικη και ισοπεδωτική απέναντι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ταυτόχρονα, ο δάσκαλος δεν έχει το κύρος παλαιότερων εποχών, μιας και επικρατεί ένα καθαρά μαθητοκεντρικό μοντέλο εκπαίδευσης που άφησε πίσω του οριστικά τη δασκαλοκεντρική πατερναλιστική μέθοδο μάθησης. Παρατηρώ ότι τα παιδιά κάθε νεότερης γενιάς ωριμάζουν όλο και πιο γρήγορα όπως και η αντίληψή τους. Ίσως οφείλεται στη μεγάλη εξοικείωση με την τεχνολογία και το Διαδίκτυο, το οποίο εισβάλλει στη ζωή τους από τις αρχές του δημοτικού.

Τα σημερινά παιδιά είναι πιο έξυπνα και πιο ενημερωμένα, όμως κουβαλούν το αρνητικό φορτίο των εννοιών που εμπεριέχονται στο σύστημα του σύγχρονου πολιτισμού: ανταγωνισμός, επιθετικότητα, εξειδίκευση, μοναξιά. Το δέλεαρ του εκπαιδευτικού είναι να καλλιεργήσει τα ιδανικά και τις ανθρωπιστικές αξίες στον μαθητή, να τον εκπαιδεύσει στη συνύπαρξη και τον συναγωνισμό και όχι στη μάχη της κατάκτησης της πιο ψηλής κορυφής. Ένα λάθος που κάνουν οι γονείς είναι να περιμένουν από το σχολείο να καλύψει τη δική τους απουσία ή ανεπάρκεια –τα οποία έχουν συχνά να κάνουν με τον φόρτο εργασίας ή τα προβλήματα που τους δημιούργησε η κρίση– ενώ η αλήθεια είναι ότι το σχολείο θα έπρεπε να λειτουργεί επικουρικά σε σχέση με την οικογένεια. Τελικά, το ελληνικό σχολείο είναι αποτελεσματικό όχι τόσο από τις δομές του, αλλά από το φιλότιμο και την αυτοθυσία του προσωπικού του, και την αρμονική συνεργασία των ανθρώπων που το υπηρετούν.

Όσο για την αξιολόγηση, το ζήτημα είναι αν η αξιολόγηση έχει στόχο την ανάπτυξη και την πρόοδο και όχι το ξεφόρτωμα του Δημοσίου από ανθρώπινο δυναμικό. Το Υπουργείο Παιδείας φάνηκε να αναδιπλώνεται σε πολλά σημεία. Και ένας από τους βασικούς λόγους που μετατέθηκε η εφαρμογή της αξιολόγησης για το Σεπτέμβρη, ήταν να υπάρξει προσπάθεια να «στρογγυλέψει» το θέμα της αξιολόγησης και να χρυσώσουν το χάπι στους εκπαιδευτικούς, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο εφαρμογής του μέτρου!

Ο εκπαιδευτικός δεν αντιτίθεται στην αξιολόγηση, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της επαγγελματικής του ενασχόλησης με την εκπαίδευση, καθώς ο ίδιος αξιολογεί τους μαθητές του. Με τις νέες, όμως, συγχωνεύσεις σχολείων, τις περικοπές προσωπικού, τη διαθεσιμότητα, και με την αξιολόγηση που μοιάζει να «τιμωρεί», αντί να αναβαθμίζει, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το ηθικό και την ψυχολογία του εκπαιδευτικού που διδάσκει στην τάξη και συνιστά το πρότυπο του φοβισμένου και όχι του εμπνευσμένου δασκάλου. O εμπνευσμένος δάσκαλος βρίσκεται μακριά από τη νοοτροπία του υπαλλήλου που εκτελεί το έργο του χωρίς ψυχή, που κουράζει και κουράζεται. Είναι εκείνος που αντιμετωπίζει τη διδασκαλία του ως τέχνη και αρνιέται να τη δει ως μια τεχνική με σίγουρα αποτελέσματα. Αντίθετα, ο φοβισμένος δάσκαλος δεν μπορεί να εμπνεύσει τους μαθητές του να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες και να μάχονται για τα όνειρά τους.

Φοβισμένος δάσκαλος σημαίνει φοβισμένα παιδιά και έφηβοι, καθώς εκείνος παραμένει πάντα ένα ισχυρό πρότυπο προς μίμηση και ταύτιση. Αν σε αυτά, προσθέσουμε στην ψυχή του παιδιού και του εφήβου τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής και τη ζοφερή πραγματικότητα της ενδοσχολικής βίας, είναι προφανές ότι απαιτούνται δραστικές πρακτικές στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, προκειμένου αυτή να αποβεί σε όφελος των μαθητών, των εκπαιδευτικών και τελικά, της κοινωνίας.

Ντάλης Βαγγέλης
Αναδημοσίευση από το alfavita.gr

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Γιατί κύριε;

Θυμήθηκα σήμερα εκείνο το εμετικό διαφημιστικό σποτ που είχε το θράσος να προβάλει στα πλαίσια της βρόμικης προεκλογικής της καμπάνιας η ΝΔ του Σαμαρά: Σύμφωνα με το σενάριο, ΝΔ και λοιπές, πιστές στην «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας», δυνάμεις  έχουν ηττηθεί στις εκλογές με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρίσκεται εκτός της  ζώνης του ευρώ. Μια μικρή μαθήτρια, σε μια τάξη που μόνο σε ελληνικό δημόσιο σχολείο δεν παραπέμπει –είναι κατά πολύ καλύτερη παρότι το απευκταίο grexit είναι πλέον τετελεσμένο γεγονός - ρωτάει επίμονα και όλο παράπονο, το δάσκαλο της που απαριθμεί στα πλαίσια του μαθήματος τις χώρες της ευρωζώνης γιατί η Ελλάδα δεν ανήκει σε αυτές. Ο δάσκαλος κοιτάζει αυτήν και τους ιδιαιτέρως δυσαρεστημένους από αυτήν την πληροφορία, συμμαθητές της χωρίς να ξέρει τι να πει. Τότε ακούγεται η φωνή του εκφωνητή να ρίχνει το σλόγκαν «με το μέλλον το παιδιών μας δεν παίζουμε» και ακολουθούν και μερικά ακόμα τέτοια  που μόνο τάση προς έμετο προκαλούν. 
Θυμήθηκα αυτήν την τόσο πολυσυζητημένη τότε διαφήμιση με αφορμή τον τραγικό θάνατο της 13χρονης μαθήτριας λόγω αναθυμιάσεων από το αυτοσχέδιο μαγκάλι που χρησιμοποιούσαν αυτή και η μητέρα της για να ζεσταθούν στο διαμέρισμα τους, από το οποίο η ΔΕΗ είχε κόψει το ηλεκτρικό ρεύμα. Και φαντάστηκα εκείνο το κοριτσάκι της διαφήμισης σε μια πραγματική τάξη ελληνικού σχολείου,  με 25-30 και όχι 10-15 μαθητές, χωρίς τον άρτιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό αυτής του σποτ αλλά με ξεχαρβαλωμένα θρανία και ξεφτισμένους σοβάδες στους τοίχους και τους μαθητές να κάνουν μάθημα φορώντας μπουφάν και κασκόλ καθώς τα χρήματα που προσφέρει το κράτος δεν επαρκούν για να είναι αναμμένο το καλοριφέρ πάνω από 1-2  ώρες.
Φαντάστηκα λοιπόν εκείνο το κοριτσάκι να θέτει στον δάσκαλο του ερωτήματα όχι πλασματικά όπως εκείνο της διαφήμισης αλλά πραγματικά, βγαλμένα από τη ζοφερή πραγματικότητα μιας Ελλάδας μέσα στο ευρώ, μέσα στην ΕΕ, με τον Σαμαρά και το κόμμα του στο τιμόνι της: Γιατί κύριε εκείνο το κοριτσάκι στη Θεσσαλονίκη δεν είχε, όπως πολλά ακόμα παιδιά στην χώρα μας ρεύμα στο σπίτι του και πέθανε από τις αναθυμιάσεις προσπαθώντας να ζεσταθεί με ένα μαγκάλι; Γιατί κύριε υπάρχουν στη χώρα μας 1.500.000 άνεργοι; Γιατί κύριε άνθρωποι ψάχνουν για φαΐ στα σκουπίδια ή συνωστίζονται κατά εκατοντάδες στις ουρές των συσσιτίων;  Πολλά ακόμα παρόμοια ερωτήματα  θα μπορούσε να θέσει στον δάσκαλο του το κοριτσάκι. Μια όμως θα ήταν απάντηση που θα μπορούσε να της δώσει: Επειδή τους ανεχόμαστε!
http://gortynios.blogspot.gr 

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Φεγγαράκι μου λαμπρό, μου διαλύσαν το σχολειό!

Του Νίκου Μπογιόπουλου από την εφημερίδα Ριζοσπάστης
Από την ώρα που ξεκίνησε η πολιτική της «σωτηρίας» της χώρας (και της Παιδείας...) μπήκε λουκέτο σε 1.000 σχολεία. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Την περσινή χρονιά χάθηκαν πάνω από 32.000 διδακτικές ώρες λόγω ελλείψεων σε καθηγητές. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Μετά το 2009 οι μειώσεις δαπανών για τα σχολεία ανήλθαν αθροιστικά στο 47%. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Το ποσοστό της αύξησης των νέων που από το 2008 μέχρι το 2011 έχουν βρεθεί εκτός εκπαίδευσης έχει εκτιναχθεί κατά 55% με την Ελλάδα να είναι η χώρα της ΕΕ με το μεγαλύτερο ρυθμό μαθητικής διαρροής. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Στα σχολεία της χώρας τα παιδιά λιποθυμούν λόγω της ασιτίας. Οι καθηγητές πασχίζουν να αντεπεξέλθουν στο λειτούργημά τους σε συνθήκες φτωχοποίησής τους (σσ: ο μισθός του νέου εκπαιδευτικού ισοδυναμεί πλέον με το 56% του μέσου όρου των χωρών της Ευρώπης). Οι γονείς πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλά τους τα οποία από τα απανωτά «κουρέματα» και τα χαράτσια πλέον δεν υφίστανται. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Εδώ και 40 χρόνια, σχεδόν κάθε χρόνο, φέρνουν κι από μια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», η οποία μετατρέπει το προηγούμενο «μεταρρυθμιστικό» μπάχαλο σε μπάχαλο στο τετράγωνο. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Εδώ ολόκληρος πρωθυπουργός τους ομολογούσε ότι έχουν καταντήσει τη «δημόσια Παιδεία» στο πιο σύντομο ανέκδοτο της χώρας, και τα σχολεία σε πάρκινγκ παιδιών και σε προθάλαμο του φροντιστηρίου. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Γι' αυτή την τάχα «δημόσια» και την τάχα «Παιδεία» τους, για το σχολείο της «φωτοτυπίας», της παπαγαλίας, και για το υπό πλήρη πολιτική ασυλία σύστημα της παραπαιδείας, οι Ελληνες γονείς πληρώνουν πάνω από 5 δισ. ευρώ το χρόνο. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...
Στα σχολεία δεν καλύπτονται στοιχειώδεις ανάγκες, από τη στέγαση και τη θέρμανση, μέχρι τις καθαρίστριες και τους φύλακες. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν. Και γιατί - επιπλέον - δεν δηλώνουν «διαθέσιμοι» να απολυθούν...
*
Και μετά από όλα αυτά,
οι κύριοι που διαλύσανε τα πάντα, που την πολιτική για την Παιδεία από ταξικό κόσκινο την «αναβάθμισαν» σε ταξικό πέλεκυ για τα παιδιά του λαού,
οι ταγοί μας που στα Χάρβαρντ που σπούδασαν πρέπει να είχαν ιδιαίτερη έφεση στα μαθήματα της υποκρισίας, του θράσους και του «μαυρογιαλουρισμού»,
αυτοί που εξοντώνουν τους γονείς των μαθητών, αυτοί που εξαθλιώνουν τους δασκάλους των μαθητών,
έχουν τώρα και το «ανάστημα» να παριστάνουν τους προστάτες των «ονείρων», των «ελπίδων» και των «δικαιωμάτων» των μαθητών...

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Λύκειο για λίγους – Κατάρτιση και μαθητεία για τους πολλούς

Του Χρήστου Κάτσικα
                Οβιδιακές αλλαγές στο χώρο της Β/βάθμιας Εκπαίδευσης (Γενικά Λύκεια – ΕΠΑΛ – ΕΠΑΣ) επιχειρεί το Υπουργείο Παιδείας  με στόχο την οργανωτική αναδιάρθρωση της μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης, την ανακατανομή του μαθητικού πληθυσμού και την στροφή από την εκπαίδευση στην κατάρτιση.
               Όλα τα στοιχεία αλλά και οι ίδιες οι διακηρύξεις  του Υπουργείου παιδείας φανερώνουν ότι επιλέγεται ένα εξεταστικοκεντρικό Λύκειο για λίγους, ένα Τεχνικό Λύκειο με καθολική εφαρμογή του θεσμού της μαθητείας και μεταγυμνασιακές σχολές κατάρτισης (ΙΕΚ) που θα στοχεύουν προοπτικά να απορροφήσουν ένα μέρος του μαθητικού πληθυσμού μετά το τέλος της 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
                Το νήμα που διαπερνά τις νέες ρυθμίσεις στη μεταγυμνασιακή εκπαίδευση είναι η έμφαση στις εξεταστικές δοκιμασίες στο Γενικό Λύκειο και το στένεμα των διόδων, η μαθητεία στο Τεχνικό Λύκειο, η απλήρωτη εργασία μέσα από μορφές «πρακτικής άσκησης» και η  εναλλαγή από την απασχόληση στην ανεργία μέσα από τα λεγόμενα προγράμματα  απασχόλησης ορισμένου χρόνου τα οποία ουσιαστικά και τυπικά προσφέρουν δωρεάν εργατικό δυναμικό στους εργοδότες.
Αλλά ας δούμε τα πράγματα με μια σειρά για να κατανοήσουμε τους σχεδιασμούς του Υπουργείου Παιδείας.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (ΓΥΜΝΑΣΙΑ-ΛΥΚΕΙΑ- ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ)

ΔΗΜΟΣΙΑ
ΙΔΙΩΤΙΚΑ
ΣΥΝΟΛΟ
ΜΑΘΗΤΕΣ ΓΥΜΝΑΣΙΩΝ
307.707
16.729
324.436
ΜΑΘΗΤΕΣ ΓΕΝΙΚΩΝ – ΕΝΙΑΙΩΝ ΛΥΚΕΙΩΝ
234.084
14.839
248.923
ΜΑΘΗΤΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΛΥΚΕΙΩΝ (ΕΠΑΛ)
89.762
355
90.117
ΜΑΘΗΤΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ (ΕΠΑΣ) – ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
15.142
198
15.340
ΜΑΘΗΤΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ (ΕΠΑΣ) – ΟΑΕΔ
12.333
-
12.333
Πηγή: Έρευνα του Χρήστου Κάτσικα με βάση στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, Ιούλιος  2013 (τα στοιχεία αφορούν στο σχολικό έτος 2011/12)


Γενικό Λύκειο για λιγότερους
               Το Υπουργείο Παιδείας επιλέγει ένα Γενικό Λύκειο με περισσότερες και καθοριστικότερες εξετάσεις.  Αυτές φαίνεται να αποτελούν το «παιδαγωγικό ευαγγέλιο» και τη «γραμματική» του και πριμοδοτεί, χωρίς να το δηλώνει, την παλινόρθωση» μιας εξεταστικοκεντρικής οργάνωσης του Λυκείου. Οι λόγοι και οι αιτίες ενός τέτοιου προσανατολισμού δεν κρύβονται. Είναι το κλείσιμο των «διόδων» για το πιο αδύναμο κοινωνικά και οικονομικά τμήμα του μαθητικού πληθυσμού, η ρύθμιση των ροών και η προώθηση στην κατάρτιση ή και στην έξοδο από τις σπουδές. Η νέα «εκπαιδευτική ηθική»; Ή έχει κανείς «τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες» να σπουδάσει με στόχο ένα επιστημονικό επάγγελμα ή δεν τις έχει οπότε δε χρειάζεται «να προχωρήσει στα γράμματα». Έτσι η μέχρι σήμερα υποεκπαίδευση θα μεταμορφωθεί , όχι πολύ αργά, σε μεθοδευμένη στροφή ενός τμήματος του μαθητικού πληθυσμού στην κατάρτιση ή σε επίσημη και μαζική αποφοίτηση.
                Η μείωση του μαθητικού πληθυσμού των Γενικών Λυκείων συνδέεται με την προοπτική δραστικής μείωσης των εισακτέων στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Το Υπουργείο Παιδείας «υφαίνει» μεθοδικά σε τρεις μεθοδεύσεις για να πετύχει το σκοπό του. Η πρώτη μεθόδευση αφορά στην παραπέρα συρρίκνωση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τη συγχώνευση ή και το κλείσιμο και άλλων τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Η δεύτερη μεθόδευση αφορά στη μείωση του αριθμού των εισακτέων. Η Τρίτη μεθόδευση αφορά στην επαναφορά μιας μορφής της βάσης του 10 η οποία, με τους «κατάλληλους» ελιγμούς στο βαθμό δυσκολίας των θεμάτων μπορεί να κόψει την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χιλιάδων υποψηφίων.
Αλλαγές σε Επαγγελματικά Λύκεια, Επαγγελματικές Σχολές και ΙΕΚ
                Παράλληλα τις επόμενες μέρες το Υπουργείο Παιδείας φέρνει στη Βουλή το σχέδιο για το νέο Τεχνικό Λύκειο. Στο non paper που έδωσε στη δημοσιότητα, μετά την απόφαση του να θέσει σε διαθεσιμότητα- απόλυση σε μια νύκτα 2.000 καθηγητές με τη μέθοδο της κατάργησης των αντίστοιχων ειδικοτήτων στα ΕΠΑΛ- ΕΠΑΣ αναφέρει : «Σχεδιάζουμε μια Τεχνική Εκπαίδευση που στοχεύει στο να προσφέρει Ειδικότητες Επαγγελμάτων, που καλύπτουν τις επιλογές των μαθητών και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, και όχι τους κλάδους και τις ειδικότητες μονίμων καθηγητών, οι οποίοι διαμέσου ενός στρεβλού και νοθευμένου πλαισίου, «βρέθηκαν» να στελεχώνουν τα Επαγγελματικά Λύκεια και τις Επαγγελματικές Σχολές». Ξαφνικά, λοιπόν, μαθαίνουμε ότι τους νόμους για την εκπαίδευση και τις ειδικότητες ή τα μαθήματα που διδάσκονται οι μαθητές τα αποφασίζουν κατά σχολείο οι εκπαιδευτικοί κι όχι οι εκάστοτε υπουργοί. Η εκπαιδευτικός Γεωργία Θάνου επισημαίνει ότι μόνο τα τελευταία 13 χρόνια έχουν ψηφιστεί 2 νόμοι για στην τεχνική εκπαίδευση και ετοιμάζεται τρίτος χωρίς κανείς απ’ τις κυβερνήσεις να μπορεί να απαντήσει στο γιατί απέτυχαν οι προηγούμενοι. Ο νόμος 2640/98που ίδρυσε τα ΤΕΕ και ο νόμος 3475/2066 που ίδρυσε τα ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ. Όλες οι εισηγητικές εκθέσεις αλλά και οι νόμοι 2640/98 και 3475/2006 όριζαν ότι οι ειδικότητες καθορίζονται με βάση τις ανάγκες της αγοράς εργασίας του νομού. Με ποια στοιχεία θα οριστούν οι νέες ειδικότητες; Και ποια είναι η αγορά εργασίας σε μια χώρα που ο παραγωγικός ιστός διαλύεται μέρα με τη μέρα εξ’ αιτίας του εξαρτημένου χαρακτήρα της οικονομίας; Ποιοι παράγοντες προσδιορίζουν τις ανάγκες αυτές;
                Ωστόσο όσα πέπλα συσκότισης και να επιχειρούνται το Υπουργείο Παιδείας δεν μπορεί να κρύψει τα πραγματικά του σχέδια. Προωθούμε «ένα νέο Τεχνικό Λύκειο που θα παρέχει, θα μεταδίδει, θα εφοδιάζει τους σπουδαστές του με τις απαιτούμενες τεχνικές και επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητες, με καθολική εφαρμογή του θεσμού της μαθητείας» ανακοινώνει ο κ. Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος στην τοποθέτησή του στη Βουλή (17/7) στη συζήτηση για το  πολυνομοσχέδιο. Την ίδια μέρα ο Υφυπουργός Παιδείας Συμεών Κεδίκογλου στις 17/7 στην ομιλία του  τονίζει ότι «Το Υπουργείο Παιδείας έχει προαναγγείλει ότι το νομοσχέδιο που θα κατατεθεί για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση περιλαμβάνει ένα γενικό λύκειο και ένα τύπο τεχνικού λυκείου, στο οποίο εφαρμόζεται καθολικά για όλους τους μαθητές ο θεσμός της μαθητείας, δηλαδή της πρακτικής άσκησης στην επιχείρηση».
                Είναι φανερό λοιπόν ότι κέντρο βάρους στο νέο Τεχνικό Λύκειο αποτελεί η μαθητεία, δηλαδή με βάση το λεγόμενο «δυαδικό σύστημα» η εκπαίδευση δεν γίνεται μόνο στο σχολείο αλλά και στο χώρο εργασίας, δηλαδή στις επιχειρήσεις. Έτσι ο σκοπός της επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν είναι η ολόπλευρη γνώση μιας τέχνης, αλλά η εκπαίδευση πάνω σε μια συγκεκριμένη θέση εργασίας. Οι νέοι που εργάζονται αμείβονται στα πλαίσια της μαθητείας με μισθούς – φιλοδωρήματα, ενώ παράλληλα εξασφαλίζεται η φθηνή εργασία και καταρτίζεται το αυριανό εργατικό δυναμικό – λάστιχο που θα εναλλάσσεται απ’ την απασχόληση στην ανεργία μέσα απ’ τα προγράμματα «απασχόλησης» που παραχωρούν δωρεάν εργαζόμενους χωρίς δικαιώματα στους εργοδότες κάτω από τον τίτλο της μαθητείας και της πρακτικής άσκησης.
                Την ίδια ώρα πριμοδοτείται το υπάρχον σύστημα κατάρτισης (ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ) με τη στρατολόγηση χιλιάδων μαθητών αποφοίτων Γυμνασίου. Για πρώτη φορά από την Συνταγματική κατοχύρωση της 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης πριν 30 περίπου χρόνια, ωθούνται 15χρονοι μαθητές να εγκαταλείψουν τις σπουδές στο Λύκειο και να ενταχθούν στον αστερισμό της πρόωρης κατάρτισης που εκτός των άλλων έχει και δίδακτρα τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά ΙΕΚ. Και όσο κι αν ο Υπουργός Παιδείας εξαγγέλλει επιδότηση των διδάκτρων για όλους τους σπουδαστές των δημοσίων ΙΕΚ, από το Σεπτέμβρη του 2013 και έως το 2020, μέσω των Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων είναι γνωστό ότι το πρόγραμμα της επιδότησης έχει ημερομηνία λήξης το 2015.
                Κάτι τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό. Στο νόμο για τη δια βίου εκπαίδευση αντιστοιχίζεται  η τυπική με την μη τυπική και την άτυπη εκπαίδευση. Ανοίγει έτσι ο δρόμος να αποκτήσει κάποιος τα διάφορα πτυχία επιπέδου 2 και 3 κατ’ αρχήν και μέσα από άλλα μονοπάτια πέρα από τη δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση. Με λίγα λόγια ωθούνται χιλιάδες νέοι στο κυνήγι σεμιναρίων ή πρακτικής εργασίας άνευ πληρωμής, προκειμένου να μαζέψουν πιστωτικές μονάδες, αντί να σπουδάσουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

«Μάθε το πόστο σου!»
           Οι νέες ρυθμίσεις στο χώρο της εκπαίδευσης που στοχεύουν στην έξοδο των φτωχών από τα σχολεία, στην αναδιάρθρωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και στην ιδιωτικοποίηση του δημοσίου, σχετίζεται σαφώς με την πολιτική της φτώχειας, της ανεργίας και της υποτέλειας που έχει οδηγήσει σε περιθωριοποίηση μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού.
                Είναι φανερό ότι σ΄ όλες τις περιπτώσεις, πάντα στο πνεύμα των νέων ρυθμίσεων, επιστρατεύεται, βέβαια, η γλώσσα της «κρίσης» του σχολείου, η «πτώση του επιπέδου σπουδών», η «αναντιστοιχία πτυχίου και αγοράς εργασίας», η «σχολική αποτυχία», η «αδιαφορία των μαθητών» κ.λπ. έτσι ώστε μέσα από υπεραπλουστεύσεις να «λιπανθούν» στο «έδαφος» της κοινής γνώμης, ως αναγκαίες και επείγουσες οι επιλογές εκείνες που η υλοποίησή τους δεν αποτελεί παρά μεθόδευση αυτών που διακαώς επιθυμούν να ξεφύγουν από τον κατάλογο των υπευθύνων της κρίσης.
                Η έννοια «αγορά» αποτελεί το κεντρικό στοιχείο του νέου σχεδιασμού που επιχειρείται από το Υπουργείο Παιδείας και είναι από αυτή την άποψη το «κλειδί» για να κατανοήσουμε το είδος της εκπαίδευσης, την ποιότητα των σχέσεών της με την κοινωνία και το νέο περιεχόμενό της. Η αγοραία παιδεία αφαιρεί από το λεξιλόγιό της ακόμη και την τυπική ισότητα των προηγούμενων χρόνων στις εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Τώρα φέρνει πιο κοντά την ατομική βούληση στον κοινωνικό προσδιορισμό με στόχο η κοινωνική κατανομή μέσω του σχολείου να ανταποκρίνεται στις διαγραφόμενες προοπτικές μιας κοινωνίας με κατεστραμμένη παραγωγική βάση, διογκωμένη ανεργία, υποαπασχόληση, μαύρη εργασία για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Προφανώς πάνω από όλα ισχύουν τα λόγια που ακούστηκαν κάμποσα χρόνια πριν στην αγγλική Βουλή από το στόμα συντηρητικού βουλευτή και «συμπύκνωναν» τις οδηγίες του ΟΟΣΑ και της ΕΕ : «Εάν έχουμε έναν ανώτερο και εκπαιδευμένο αλλά άνεργο πληθυσμό ίσως αντιμετωπίσουμε μεγαλύτερες κοινωνικές συγκρούσεις. Υπάρχει ανάγκη να αντιστοιχήσουμε ξανά την κοινωνική θέση και το εκπαιδευτικό επίπεδο. Επιτέλους οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζουν τη θέση τους στην κοινωνία»!

Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής: όταν η μάθηση μοιάζει να συμβαίνει (αλλά δεν συμβαίνει)

(Αναδημοσίευση του άρθρου του Δημ. Αναστασίου, Καθηγητή στο SE University of Illinois) Η έννοια της συμμετοχής/εμπλοκής (engagement) των μα...