Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Η σιωπή για το '21


 

Αναδημοσιεύουμε με την αφορμή της εθνικής μας εορτής από το tvxs.gr το άρθρο του Απόστολου Διαμαντή
Ένα μάλλον πρωτοφανές στοιχείο χαρακτηρίζει την πανεπιστημιακή μας εκπαίδευση σήμερα: η πλήρης σχεδόν σιωπή για το 1821 και η κατάργηση από όλα σχεδόν τα τμήματα Ιστορίας της διδασκαλίας αυτού του μαθήματος, που μέχρι πριν κάποια χρόνια ήταν φυσικά υποχρεωτικό. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, πως μετά την αποχώρηση του καθηγητή Βασίλη Σφυρόερα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν εξελέγη κανένας καθηγητής, εξειδικευμένος στην επανάσταση του 1821. Η θέση έμεινε- και μένει- κενή.

Μοιάζει απίστευτο, αλλά είναι γεγονός: Σαν να ντρεπόμαστε για τον αγώνα της ανεξαρτησίας μας από τον τουρκικό ζυγό. Και έτσι το πρώτο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας αγνοεί το 21 και έχει μεταφέρει το μάθημα αυτό στον χώρο των επιλεγόμενων μαθημάτων, μαζί με άλλα πολλά.

Το μάθημα «Ελληνική Επανάσταση» παραμένει υποχρεωτικό μόνον σε δύο πανεπιστήμια, περιφερειακά: στο Ιόνιο και στο Πελοποννήσου. Το μάθημα υπάρχει επίσης ως προαιρετικό στο Αθηνών και στο ΑΠΘ, δηλαδή έχει υποβαθμιστεί εντελώς, ουσιαστικά έχει χαθεί, ενώ στο Πάντειο υπάρχουν κάποια μαθήματα που αναφέρονται σε κοινωνικές όψεις της εθνεγερσίας. Το μάθημα έχει καταργηθεί εντελώς σε όλα τα άλλα Πανεπιστήμια: Ιωαννίνων, Κρήτης, Θεσσαλίας, Θράκης και Αιγαίου, όπου δεν προσφέρεται καν.

Το ζήτημα είναι πρωτοφανές και σκανδαλώδες για την ακαδημαϊκή τάξη, διότι δεν μιλάμε για ένα οποιοδήποτε μάθημα ιστορίας, αλλά για την κορυφαία ιστορική στιγμή του Νεώτερου Ελληνισμού. Τι έχει μπει στη θέση αυτού του μαθήματος; Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών διδάσκεται υποχρεωτικά η Οθωμανική Ιστορία και στο Πάντειο η Αλβανική! Είναι σαν να πηγαίνει κάποιος στο Χάρβαρντ και στην Σορβόνη και να μην διδάσκεται τη γαλλική ή την αμερικανική επανάσταση, αλλά μόνον την ιστορία της Γερμανίας και της Ρωσίας! Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επί παραδείγματι, μπορεί κανείς να βρει μαθήματα για την διατροφή επί Τουρκοκρατίας, αλλά δεν θα βρει πουθενά την Ελληνική Επανάσταση. Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σε όλα τα ιδρύματα, όπου το 21 απουσιάζει εντυπωσιακά. Είναι σαν να ντρεπόμαστε οι νεοέλληνες για την επανάσταση των προγόνων μας εναντίον του Σουλτάνου.

Γιατί λοιπόν η σιωπή του 21; Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό ίσως να ανοίγουν ένα πολύ σοβαρό ζήτημα για την αυτοσυνείδηση του νέου ελληνισμού και κυρίως για την μεταπολιτευτική μας εκπαιδευτική κατάσταση. Πλησιάζοντας όμως στα 200 χρόνια από την Επανάσταση που συγκλόνισε τον κόσμο, θα πρέπει να επαναφέρουμε το 21 στη θέση που του αρμόζει.

Η ελληνική ιστοριογραφία το είχε διατυπώσει, από τον 19ο αιώνα ήδη, με εξαιρετική διαύγεια: η ελληνική επανάσταση δεν ήταν έργο κάποιων λογίων, αγροτών ή εμπόρων, δεν ήταν  προϊόν ξένης επέμβασης, ήταν έργο ελλήνων, των αρματολών, των επισκόπων, των εμπόρων, των λογίων, των προεστών, αυτών που μπήκαν «εις το μυστικόν της πατρίδος», που έλεγε και ο Μακρυγιάννης.

Ωστόσο η ελληνική επανάσταση παρουσιάστηκε τις τελευταίες 4 δεκαετίες- κάτω από την επίδραση του δημαρικού σχήματος περί νεοελληνικού διαφωτισμού- ως αποκλειστικό προϊόν της ίδρυσης σχολείων στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, της εμπορικής ανάπτυξης του 18ου αιώνα και της επίδρασης των ευρωπαϊκών Φώτων. Ουσιαστικά η ελληνική επανάσταση αποδόθηκε εξ ολοκλήρου σε μια ετερόφωτη πραγματικότητα, τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και αυτό είναι μια ερμηνεία μονομερής και εσφαλμένη.

Αν κάποιος ανατρέξει στα έργα της τρέχουσας ελληνικής ιστοριογραφίας θα σχηματίσει την εντύπωση ότι στην Καλαμάτα δεν μπήκαν ένοπλοι, δεν μπήκε ο Πετρόμπεης με τον Κολοκοτρώνη, αλλά ο Συγγρός ή ο Σίνας από τη Βιέννη. Και θα υποθέσει βασίμως, ότι δεν συνεδρίασαν οι οπλαρχηγοί, οι πρόκριτοι και οι επίσκοποι στη σύσκεψη της Βοστίτσας, όπου αποφασίστηκε η εξέγερση, αλλά  οι λόγιοι του λεγόμενου Νεοελληνικού Διαφωτισμού!

Είναι μάλλον άχαρο βεβαίως να επανέρχεται κανείς σε πασίγνωστα γεγονότα. Αλλά δεν είναι επιτρεπτό να συνεχίζεται η σιωπή για το 21.  Υπό την έννοια αυτή το ενδιαφέρον του ίδιου του πρωθυπουργού για την επέτειο της ελληνικής επανάστασης και η ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι θετικό σημάδι και οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν από κάποιους εντελώς άκομψα είναι ανεξήγητες.

Για τις αντιδράσεις αυτές ισχύει πάντα η κινέζικη παροιμία: «τα σκυλιά γαβγίζουν, το καραβάνι προχωρεί».

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας»

Αναδημοσιεύουμε την πολύ ενδιαφέρουσα άποψη του Λευτέρη Παπαθανάση από το lefterisp.wordpress.com

Η είδηση πέφτει σαν κεραυνός. Η Ελλάδα είναι στην τέταρτη θέση (ανάμεσα στις χώρες που μελετήθηκαν) στην έκταση του φαινομένου της «ενδοσχολικής βίας». Το συμπέρασμα είναι το ίδιο άμεσο: κάτι πρέπει να κάνουμε και μάλιστα το συντομότερο! Ποιο άκαρδο τέρας είναι στο κάτω-κάτω ευχαριστημένο με το γεγονός ότι τα παιδιά μας περνούν τόσο άσχημα στο σχολείο, με τραύματα που τους μένουν μέχρι τα γεράματα; (βάλε έναν αστερίσκο εδώ, θα δούμε ποιο είναι το πραγματικό άκαρδο τέρας προς το τέλος…).
Εδώ και λίγο καιρό λοιπόν, τα ελληνικά σχολεία (ακολουθώντας τη διεθνή μόδα) ζούνε στους ρυθμούς του φαινομένου αυτού. Μελέτες για το φαινόμενο, σεμινάρια για το φαινόμενο, επιτροπές και υπεύθυνοι για το φαινόμενο, «δράσεις» για το φαινόμενο. Λέω λοιπόν από την αρχή ότι για μένα το φαινόμενο αυτό είναι μια κατασκευή, μια επινόηση. Ακόμα περισσότερο, ισχυρίζομαι ότι η κατασκευή αυτού του φαινομένου έχει βαθύτερα και σκοτεινά κίνητρα, δηλαδή τη δημιουργία συναίνεσης στην ένταση του κοινωνικού ελέγχου και την πειθάρχηση της νεολαίας.
Πριν αρχίσουμε, ας διευκρινίσουμε κάτι πολύ βασικό. Η έννοια της «ενδοσχολικής βίας» δεν έχει να κάνει με κάποιον τοπολογικό προσδιορισμό της βίας, δηλαδή δεν σημαίνει «η βία που ασκείται στο χώρο του σχολείου». Η έννοια αυτή υποδηλώνει έναν ξεχωριστό, αυτόνομο τύπο βίας, που αναπτύσσεται στο Σχολείο και τροφοδοτείται απ’αυτό ή στην καλύτερη περίπτωση μια ειδική έκφανση της βίας στους εφήβους η οποία αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο Σχολείο. Ποια ακριβώς είναι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ποιος αυτός ο ξεχωριστός χαρακτήρας του φαινομένου «κανένα στόμα δεν το’βρε και δεν το’πε ακόμα». Όχι τυχαία. Όσο περισσότερη ασάφεια υπάρχει στους βασικούς όρους που περιγράφουν το φαινόμενο, τόσα περισσότερα περιστατικά μπορεί να χωρέσει και τόσο περισσότερο μπορεί να επεκταθεί ο επιθυμητός έλεγχος με την αφορμή του.
Μίλησα πριν για κατασκευή του φαινομένου, πράγμα που μπορεί να είναι αντίθετο με την καθημερινή εμπειρία μας με τα παιδιά. Τα παιδιά τσακώνονται, πλακώνονται, προσβάλουν συχνά το ένα το άλλο (και μάλιστα σκληρά). Ακόμη, κάνουν αποτυχημένες προσπάθειες να εκδηλώσουν τις πρωτόγνωρες γι’αυτά σεξουαλικές ορμές, δοκιμάζουν ρόλους, χειραγωγούν και χειραγωγούνται, λένε ψέματα και πολλά άλλα. Είναι αυτό κάτι νέο? Δεν αποτελούν όλα αυτά (μαζί με άλλα πολλά) μέρος τις διαδικασίας κοινωνικοποίησης του παιδιού? Ποιο είναι εκείνο το παιδί που μεγάλωσε χωρίς να πληγωθεί σωματικά ή «ψυχικά» από τους φίλους του? Ισχυρίζομαι εδώ ότι αυτός ο τρόπος (η μέθοδος της δοκιμής και του λάθους) είναι ο μόνος τρόπος που μαθαίνουμε και χτίζουμε την προσωπικότητά μας, συνεπώς ότι η απαίτηση για ένα παιδί που δεν θα πληγωθεί ποτέ και από τίποτα, είναι η συνταγή για έναν άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, έναν άνθρωπο χωρίς την ανθρώπινη υπόσταση, δηλαδή την ικανότητα να βρίσκεται σε συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους. Η αναγωγή όλων αυτών των παιδικών ή εφηβικών εμπειριών σε μια προβληματική κατάσταση με τον όρο «ενδοσχολική βία» ψυχιατρικοποιεί αυτόματα την παιδική ηλικία.

Επιμένω στον ισχυρισμό της κατασκευής. Το Σεπτέμβριο του 2013 ξεκίνησε στο ελληνικό Σχολείο η εκστρατεία καταγραφής των κρουσμάτων «ενδοσχολικής βίας» με σκοπό να προσδιοριστεί η έκταση του φαινομένου. Μιλάμε για μια εντελώς αυθαίρετη και αντιεπιστημονική διαδικασία. Σε κάθε σχολείο ορίστηκε ένας υπεύθυνος για την καταγραφή των περιστατικών. Ο υπεύθυνος αυτός ήταν ένας συνάδελφος από το σύλλογο διδασκόντων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν ψυχολόγος, κοινωνιολόγος ή τέλος πάντων κάποιος που έχει ειδικευθεί στον τρόπο που συλλέγονται αυτά τα δεδομένα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι κατέγραφε τα περιστατικά που ταίριαζαν στο μυαλό του σ’αυτό το αόριστο πράγμα που είναι η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας», από έναν επαναλαμβανόμενο καυγά μέχρι ένα ατυχές ερωτικό «πέσιμο». Το αποτέλεσμα επιβεβαίωσε την από τα πριν επιβαλλόμενη αντίληψη: ότι το η έκταση της «ενδοσχολικής βίας» είναι σημαντική και πρέπει να ληφθούν μέτρα. Πρόκειται για μια τιτάνια λαθροχειρία. Όπως αντιλαμβάνεσαι, ο τρόπος που έγινε η συλλογή των στοιχείων προϋπέθετε την αποδοχή του φαινομένου που υποτίθεται ότι ανίχνευε!!! Ο τρόπος που έγινε η μελέτη λοιπόν, είναι ο κλασικός τρόπος που κατασκευάζονται οι κοινωνικές υστερίες, η μελέτη απλά υπηρετεί το συμπέρασμα που από την αρχή θέλαμε να εξάγαγουμε (με την ίδια λογική δικαιολογεί εδώ και χρόνια το αμερικανικό κράτος το βαθύ ρατσισμό του, με την ίδια λογική εδραιώθηκε η ισλαμοφοβία, με την ίδια λογική στήνεται κάθε κρατικά κατευθυνόμενη μαζική υστερία).
Αν όμως πρόκειται περί κατασκευής, τότε γιατί τόσος κόπος? Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η συγκεκριμένη κατασκευή? Το είπα ήδη από την αρχή. Η κατασκευή αυτή προετοιμάζει το έδαφος για μια ευρεία συναίνεση στην όξυνση των πολιτικών πειθάρχησης της νεολαίας, πολιτικών που το κράτος έχει ανάγκη ειδικά μετά την τομή της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008. Εάν το κράτος πείσει την κοινωνία ότι το Σχολείο είναι ένας χώρος που τα παιδιά κυρίως κινδυνεύουν, τότε εξασφαλίζεται η συναίνεση στις πολιτικές του εντεινόμενου αυταρχισμού και του καθολικού ελέγχου. Με τον ίδιο τρόπο που το πλαίσιο ελέγχου των εκπαιδευτικών, η Αξιολόγηση, πάτησε πάνω σε μια τεράστια εκστρατεία δυσφήμισης τους (ανισόρροποι, ανεπαρκείς, λουφαδόροι, φοροφυγάδες, παιδεραστές, ποιος θα ήθελε το παιδί του να μπλέξει με τέτοιους εκπαιδευτικούς?), το πλαίσιο ελέγχου και πειθάρχησης των νεολαίων θα επιβληθεί πάνω στην κατασκευή της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας», θα επιβληθεί τελικά «για το καλό τους»…
Ακόμη περισσότερο, η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» έρχεται να καθίσει πάνω στον καθένα/μια από μας. Ο επιτακτικός τρόπος με τον οποίο απαιτείται η ανίχνευση (επιβεβαίωση όπως είπαμε πριν) της «ενδοσχολικής βίας» έχει κρεμάσει πάνω από κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας ένα ερωτηματικό. Αυτό σημαίνει ότι το πλαίσιο αυτό επιτυγχάνει κάτι ακόμη μεγαλύτερο απ’αυτό που περιέγραψα πιο πριν, πετυχαίνει την «αυθόρμητη» εξάπλωση ενός γενικευμένου καθεστώτος ελέγχου απ’όλους προς όλους!
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν βλέπω πίσω από την υστερία της «ενδοσχολικής βίας» κάποια συνωμοσία. Δεν πιστεύω ότι οι ιεραρχικές/ταξικές κοινωνίες χρειάζονται τις συνωμοσίες για να γεννήσουν μια κοινωνική υστερία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ασχολούνται με το ζήτημα δεν είναι πιόνια κάποιου σκοτεινού κέντρου που προωθεί το ζήτημα, όμως μοιράζονται την ίδια ιδεολογία, το ίδιο σύνολο αξιών ή δεν έχουν αντιστάσεις απέναντί του. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, κι εδώ είναι το εξαιρετικά ανησυχητικό, το στρατόπεδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς τηρεί σιγή ισχύος για το θέμα, όταν δεν το αποδέχεται (η Αριστερά γενικά έχει παρασυρθεί εδώ και πολλά χρόνια σε μια απόλυτα οικονομίστικη θεώρηση του σχολείου με αποτέλεσμα τη σύγχυση που επικρατεί σήμερα μπροστά στις νέες εξελίξεις).
Στο ελληνικό Σχολείο η ιδέα της «ενδοσχολικής βίας» είναι σχετικά νεαρή. Με έναν ειρωνικό τρόπο το λανσάρισμά της συμπίπτει με την εποχή «το μνημόνιο είναι ευλογία». Είναι μέσα σ’αυτή την εποχή της Κρίσης και της καταστροφής εκατοντάδων χιλιάδων ζωών που το πλαίσιο της ιδέας της «ενδοσχολικής βίας» μου φαντάζει ακόμη πιο επικίνδυνο. Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο τα προβλήματα των παιδιών εξατομικεύονται και συνεπώς ψυχολογικοποιούνται. Η βία ως μια κατάσταση που εξαπολύεται από το ίδιο το κράτος απέναντι στις ζωές μας και ποτίζει κάθε πτυχή τους, απλά εξαφανίζεται. Όλη η ιστορία πια είναι να δούμε «πού είναι το πρόβλημα» με το κάθε παιδί που μπαίνει στο μικροσκόπιο. Η βία εξετάζεται σαν μια ατομική υπόθεση και, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν τεχνικές που μπορεί να αμβλύνουν την κατάσταση, τελικά δικαιολογείται ως τέτοια και το σύστημα που την παράγει αθωώνεται πανηγυρικά. Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος μας που έχει το πρόβλημα, είναι το κάθε παιδί. Αυτά τα ίδια παιδιά που πια δεν μπορούν να μας φέρουν το συμβολικό αντίτιμο για κάποιο μουσείο ή παράσταση, που δεν έχουν να πάρουν κάτι να φάνε στο διάλειμμα, που γυρνούν σπίτι για να ζήσουν το υπόλοιπο της μέρας με την απόγνωση των άνεργων γονιών τους, που για μέλλον βλέπουν την ερήμωση, αυτά τα παιδιά που δεν τα ακούει κανείς και μόνο τα λοιδορεί, είναι τα παιδιά που «έχουν προβλήματα».
Η εκστρατεία κατά της «ενδοσχολικής βίας» όμως έχει και μια άλλη λειτουργία. Μεταλλάσσει δραματικά τη σχέση εκπαιδευτικού-παιδιού. Ο παιδαγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού υποχωρεί μπροστά στο νέο ρόλο του παιδονόμου/ψυχολόγου/αξιολογητή. Το νέο σχολείο είναι ένα κάτεργο ολικού ελέγχου. Τα «στελέχη» είναι οι παιδονόμοι του εκπαιδευτικού, ο εκπαιδευτικός είναι ο παιδονόμος των μαθητών/ριων. Κάθε πόρτα ελεύθερης έκφρασης κλείνει ερμητικά μην τυχόν και βγει απ’αυτή κάτι «αποκλίνον». Η παιδαγωγική ελευθερία των εκπαιδευτικών καταργείται, η ελεύθερη έκφραση των παιδιών (σωματική, συναισθηματική, πνευματική) καταργείται επίσης. Το σχολείο διαμορφώνεται ως ένας χώρος στον οποίο επικρατούν τα «προληπτικά μέτρα». Οι υπέρμαχοι της ιδέας αυτής βέβαια έχουν (σαν πλασιέ ασφαλειών ζωής) πάντα κάποιο κακό λόγο να πουν για να σε πείσουν: κι αν κάποιος χτυπήσει το παιδί σου? Κι αν κάποιος το προσβάλλει? Δεν θα ήθελες ο χώρος του σχολείου να ελέγχεται απόλυτα ώστε να μην συμβούν αυτά? Κι αν οι εκπαιδευτικοί δεν φτάνουν να αστυνομεύσουν όλο το χώρο? Μήπως θα ήταν καλό να βάλουμε και μια κάμερα? Ή ακόμη, μήπως να σκεφτόμαστε έναν ανιχνευτή μετάλλων στην είσοδο? Ο κατάλογος της καταστροφολογίας δεν κλείνει φυσικά ποτέ. Η επιλογή ήταν πάντα η ίδια: ή «τα δίνουμε όλα» στην πρόληψη και τον έλεγχο, στην αστυνόμευση δηλαδή, ή οι προσπάθειές μας στρέφονται στη ρίζα του κακού, στο ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Αλλά ποιος από τους γραφειοκράτες και τις επιτροπές θα ήθελε κάτι τέτοιο?
Μια ακόμη παράμετρος της υστερίας είναι ότι υπονομεύει την ίδια την παιδαγωγική πράξη. Έγραψα και παλιότερα ότι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούμε να κάνουμε θεωρώντας την Εκπαίδευση είναι το να την αντιμετωπίσουμε σαν μια συλλογή δεξιοτήτων και «γνώσεων» ενός συγκεκριμένου ατόμου. Η Εκπαίδευση είναι μια διαδικασία κοινωνική και ως τέτοια διδάσκει πολύ περισσότερα από τις «ξερές» γνώσεις των διαφόρων αντικειμένων. Μέσα στη σχολική τάξη, στη ζωή της τάξης, το παιδί μπορεί να πάρει σημαντικά μαθήματα. Μπορεί να εκτιμήσει την αξία της συνεργασίας, να συνειδητοποιήσει ότι έχει να μάθει ακόμη κι από τα λάθη των άλλων παιδιών, να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να μην τα καταφέρει σε μια δοκιμασία και να κρίνει πού χρειάζεται βελτίωση, να σταθεί δίπλα σε ένα άλλο παιδί σε κάποιο πρόβλημά του ή ακόμη και σε μια σκανταλιά που σκάρωσε, να αστειευτεί και να αυτοσαρκαστεί, να προσπαθήσει να λύσει μια άσκηση Χημείας ενώ δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από το μπροστινό θρανίο που κάθεται ο έρωτάς του, να αγαπήσει τη γνώση σαν κάτι που κάνει όλη την τάξη λίγο καλύτερη. Το να λέει κάποιος ότι χρειαζόμαστε ένα ειδικό πρόγραμμα πρόληψης ενάντια στην «ενδοσχολική βία» σημαίνει ότι αυτόματα ακυρώνει το παιδαγωγικό ευεργέτημα της διδασκαλίας της «Ελένης» και την «Αντιγόνης», της προσπάθειας να λύσουμε όλοι μαζί ένα πρόβλημα Μαθηματικών, της κατανόησης των νόμων κίνησης της Φύσης και των Κοινωνιών. Με λίγα λόγια, είναι μια ευθεία παραδοχή ότι τελικά η Εκπαίδευση δεν μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ότι καλύτερο άνθρωπο σε κάνουν οι «δράσεις κατά της ενδοσχολικής βίας». Αν αναρωτιέσαι ποιες είναι αυτές οι δράσεις, δεν θα εκπλαγείς από την απάντηση: Διαλέξεις από «ειδικούς» (ψυχολόγους δηλαδή, μιας και είπαμε ότι τα παιδιά «έχουν πρόβλημα»), σεμινάρια της Αστυνομίας στα μικρά παιδιά (για να βελτιωθεί και το κλίμα μεταξύ του υποτελούς και του επιστάτη του), συζητήσεις στην τάξη για την καλή συμπεριφορά και «συμβόλαια τάξης» (έτσι, για να φορτώνεται το παιδί και με την παραπανίσια ενοχή ότι έσπασε και το συμβόλαιο αν κάνει μια βλακεία. Μια διαδικασία που αυτόματα το καθιστά αποδιοπομπαίο).
Αυτά λοιπόν είναι τα νέα της «ενδοσχολικής βίας». Τα παιδιά «έχουν προβλήματα». Όλως παραδόξως, τα πραγματικά προβλήματα που γεννά το εκπαιδευτικό μας σύστημα ούτε καν αναφέρονται στους τόμους που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Η εξετασιομανία και η συνεχής αξιολόγηση/πιστοποίηση του παιδιού που τσακίζει κάθε φυσική δίψα για μάθηση, το τέρας των Πανελλαδικών Εξετάσεων που έχει οδηγήσει χιλιάδες παιδιά στην απόγνωση και δεκάδες ακόμη και στην αυτοκτονία, ο αυταρχισμός και η εντατικοποίηση, ο απίστευτος ανταγωνισμός που ισοπεδώνει το χαρακτήρα του παιδιού, το συνεχές ταξικό ξεσκαρτάρισμα. Ψάξε σε κάθε εγκύκλιο, σκάλισε τα πρακτικά κάθε σεμιναρίου και θα δεις ότι δεν υπάρχει ούτε λέξη για όλα αυτά, γιατί αυτό το σχολείο είναι που θέλουν τα αφεντικά. Αν λοιπόν καλοπροαίρετα λες «γιατί να μην κάνουμε κι αυτά τα προγράμματα κατά της βίας?», αναρωτήσου γιατί τόσα χρόνια το κράτος δεν έχει κάνει τίποτα για τα σοβαρά προβλήματα της Εκπαίδευσης παρά τους τόνους προτάσεων των εκπαιδευτικών?
Η άποψή μου είναι απλή. Τα προβλήματα της Εκπαίδευσης δεν λύνονται με περισσότερο έλεγχο, αλλά με περισσότερη Δημοκρατία και Ελευθερία.
Ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν, πολυτεχνικό σχολείο για όλα τα παιδιά, κατάργηση κάθε μορφής εξετάσεων και βαθμολογίας, σχολικές και μαθητικές κοινότητες που θα διοικούν αμεσοδημοκρατικά το σχολείο, γενναία αύξηση στη χρηματοδότηση για να μπορούν να γίνουν τα σχολεία χώροι που θα καλύπτουν όλες τις δημιουργικές ορμές της νεολαίας.
Όλα αυτά, μαζί με την εμπλοκή ολόκληρης της τριμερούς σχολικής κοινότητας στους κοινωνικούς αγώνες για την απόκρουση της καπιταλιστικής επιθετικότητας και την κοινωνική αλλαγή. Στις φράσεις-κλισέ κάθε πολιτικού και «στελέχους» είναι ότι «το σχολείο πρέπει να διαμορφώνει υπεύθυνους πολίτες». Ε, ας το κάνουμε κάποια στιγμή πράξη αυτό, αλλά με ειλικρίνεια, όχι να λέμε «υπεύθυνους» και να εννοούμε «υποταγμένους»!
Ξέρω, κάθε φορά που φτάνω στον επίλογο, στο «δια ταύτα», ξυνίζεις τα μούτρα σου. Σου φαίνονται πολύ προπαγανδιστικά όλα αυτά που προτείνω και μάλλον ουτοπικά. Εντάξει, αν λοιπόν αυτά σου φαίνονται ουτοπικά, ας συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε τόσα χρόνια μπας και φιλοτιμηθεί να δουλέψει. Ας εντείνουμε το πλαίσιο του Ελέγχου μέχρι να μην μπορούμε καν να ανασάνουμε. Τότε θα είμαστε όλοι ασφαλείς. Άνευροι και ψόφιοι, άβουλοι και μαριονέτες. Αλλά ασφαλείς…

Αριστεία, ελίτ, αριστοκρατία

Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Κώστα Βούλγαρη από την Αυγή:
Πολύς λόγος έγινε για την, περιβόητη πια, αποστροφή του λόγου του Αριστείδη Μπαλτά, όσον αφορά τις θεσμοθετημένες δομές αριστείας στη μέση εκπαίδευση. Το μοτίβο τής αντιπαράθεσης ήταν πάντα το ίδιο: ισοπέδωση. Μερικοί μάλιστα προσέθεταν δίπλα στο ουσιαστικό «ισοπέδωση» και το επίθετο «επαναστατική», με ειρωνικές συνδηλώσεις. Υπήρξε όμως και ο εξ αριστερών αντίλογος στους επικριτές, με βασικό επιχείρημα ότι αυτή η κριτική προς τη θέση του Μπαλτά εκφράζει ελιτίστικες και αριστοκρατικές αντιλήψεις.

Θα παρακάμψω πολλά σοβαρά θέματα, που άπτονται κοινωνιολογικών, παιδαγωγικών, και τόσων άλλων πτυχών, και θα επικεντρώσω μόνο σε ένα, ιδεολογικού χαρακτήρα ζήτημα, καταθέτοντας ένα πρώτο συμπέρασμα: και οι δύο αυτές αντιλήψεις, των επικριτών και των υπερασπιστών, απηχούν έναν αφόρητο κρατισμό, καθώς και μπόλικο κομφορμισμό.

Οι μεν θέλουν, ως αποστολή του δημόσιου εκπαιδευτικού μηχανισμού, την επιλογή και την προαγωγή των «άξιων». Δηλαδή, την αναπαραγωγή της κυρίαρχων ιδεολογικών στερεοτύπων περί αξιοσύνης και αριστείας, τα οποία απηχούν και αναπαραγάγουν την κοινωνική κυριαρχία κάποιων στρωμάτων και κοινωνικών κατηγοριών. Η εκπαίδευση ως μηχανισμός αναπαραγωγής της κυριαρχίας τους.

Οι άλλοι, προτάσσουν την άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και προϋποθέσεων, μέσω της εκπαίδευσης, διά της άνευ όρων υποστήριξης των πιο αδύναμων μαθητών. Ώστε, όλοι οι μαθητές να είναι «καλοί», και άρα να ανέλθουν κοινωνικά. Πρόκειται για το αίτημα ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, της αστικής δημοκρατίας, να αναλάβει να υπερκεράσει και να καταργήσει τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας, εγκαθιδρύοντας έναν «βαθύ κομμουνισμό», εδώ και τώρα...

Και οι δύο αντιλήψεις προϋποθέτουν το κράτος, ως εργαλείο αυτών των ακραιφνών ιδεολογικών στοχεύσεων. Όμως, η αντίληψη που εισήγαγε ο Μπαλτάς ήταν διαφορετική. Έκανε λόγο για δημοκρατική εκπαίδευση. Τι σημαίνει αυτό; Ισοπέδωση, απαντούν οι μεν. Ισότητα, απαντούν οι άλλοι.

Η δικιά μου εντύπωση, βλέποντας την προγραμματική ομιλία του Αριστείδη Μπαλτά, ήταν πως μιλούσε για την αστική νομιμότητα, για την αποκατάστασή της. Γι' αυτό και έκανε λόγο για την τραγική συνθήκη, να θεωρούνται σήμερα ως καλά σχολεία τα ιδιωτικά. Δηλαδή, όσα προϋποθέτουν συσσωρευμένο χρήμα για τους γονείς των μαθητών. Όμως όλοι γνωρίζουμε πώς ακριβώς σωρεύεται το χρήμα κατά τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας, δηλαδή σε στενή διαπλοκή με το κράτος. Απ' τον επιχειρηματία με τις κρατικές προμήθειες, μέχρι αυτόν που παίρνει φακελάκι ή γρηγορόσημο, ή κινείται στις υπόλοιπες, και τόσες πολλές, γκρίζες ζώνες της παραοικονομίας. Σχεδόν μόνο αυτοί έχουν, πια, την οικονομική άνεση να στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία. Τι σημαίνει όμως αυτό; Όλοι οι μαθητές τους είναι «άριστοι»; Μάλλον όχι. Κι εκεί υπάρχουν κακοί μαθητές, μέτριοι, πολύ καλοί.

Απλώς, αυτά τα σχολεία έχουν όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις να είναι καλά. Δηλαδή, έχουν καθηγητές, βιβλία, θέρμανση, και όλα τα «προαπαιτούμενα». Έχουν όσα συνήθως λείπουν από τα δημόσια σχολεία. Ανεξάρτητα από το αν ο γονιός πληρώνει φαντασιωνόμενος την επιβεβαίωση της κοινωνικής του υπεροχής, τα ιδιωτικά σχολεία απλώς υπερβαίνουν πολλές από τις παθολογίες των δημόσιων σχολείων, εκείνες που προκύπτουν από την εκπαιδευτική πολιτική, αλλά και από την παροιμιώδη νεοελληνική δημοσιοϋπαλληλική αντίληψη. Τίποτα περισσότερο. Για παράδειγμα, οι περιβόητες «πολιτιστικές δραστηριότητες» των ιδιωτικών σχολείων, που τις προβάλλουν σαν «κράχτη», απλώς επιβεβαιώνουν την αμορφωσιά και την αδιαφορία των γονέων, που πιστεύουν ότι η κουλτούρα αποκτάται πληρώνοντας.

Τι σημαίνει λοιπόν δημοκρατική εκπαίδευση; Σημαίνει, να γίνουν όλα τα δημόσια σχολεία, από άποψη προαπαιτούμενων (καθηγητές, υποδομή κλπ) σαν τα ιδιωτικά. Ώστε, η αστική δημοκρατία να παρέχει σε όλους τους μαθητές τις ίδιες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις. Αυτό βεβαίως συνεπάγεται περισσότερα χρήματα για τη δημόσια εκπαίδευση, όμως προϋποθέτει και συστηματική, εξαντλητική κριτική στη γραφειοκρατική αντίληψη που κυριαρχεί στο δημόσιο σχολείο και διαιωνίζει τις παθολογίες του (αδικώντας έτσι και ακυρώνοντας τις προσπάθειες πολλών άξιων, άριστων εκπαιδευτικών).

Κατά τα λοιπά, όσο και να φαντασιώνονται οι εύποροι γονείς και οι δύσμοιροι μαθητές ότι, πηγαίνοντας σε ένα ιδιωτικό ή σε ένα πρότυπο σχολείο, ανοίγει ο δρόμος για την ένταξή τους σε κάποια απόλυτη ελίτ, πλανώνται οικτρά. Άπειρες γύρω μας οι τραγικές, επηρμένες φιγούρες τέτοιων αποφοίτων. Στην πραγματικότητα, απλώς διευκολύνονται ώστε να ενταχθούν σε αυτό το κρατικοδίαιτο σύμφυρμα στρωμάτων και κατηγοριών που κυριαρχεί κοινωνικά, αφού κάτι τέτοιο χρειάζεται γνωριμίες, ένα «καλό χαρτί» και προγύμναση στη λογική της «ανόδου». Την ένταξη σε αυτό ακριβώς το στάτους προβάλλει και η εξ αντανακλάσεως αντίπαλη αντίληψη, μόνο που επιθυμεί η «άνοδος» να είναι για όλους...

Όμως, δημοκρατικό σχολείο είναι (και αυτό το ανέφερε ο Μπαλτάς) η παίδευση των εφήβων, η απόκτηση μαθησιακών δυνατοτήτων, η διαμόρφωσή τους ως κοινωνικών προσωπικοτήτων. Σήμερα δε, που ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει σαν αποτέλεσμα και τον σχολικό αποκλεισμό, ενώ επιπλέον οι μαθητές (και των ιδιωτικών σχολείων) προστρέχουν απαραιτήτως στα φροντιστήρια, διά των οποίων υψώνεται ένα δεύτερο τείχος σχολικού αποκλεισμού, η αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης και η ουσιώδης ένταξη όλων των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελεί επίσης ένα εξόχως δημοκρατικό πρόταγμα.

Ποιοι τελικά θα αποτελέσουν ιστορικά την όντως ελίτ, και όχι τις προνομιούχες κοινωνικές κατηγορίες, είναι άλλο θέμα, και δεν εξαρτάται από τη σχολική αριστεία. Άλλωστε, αν δεν μιλάμε με όρους νομής της εξουσίας, κρατικής δίαιτας, διαπλοκής, γραφειοκρατίας, αλλά με όρους αστικής δημοκρατίας, όπως επαναστατικά αυτή εγκαθιδρύθηκε, η μόνη θεμιτή ελίτ είναι εκείνη του πνεύματος, των ιδεών, των τεχνών, των επιστημών. Και τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν πως στη μεγάλη τους πλειονότητα όσοι διακρίνονται σε αυτά τα πεδία δεν προέρχονται από τα «καλά σχολεία». Αλλά και όσοι προέρχονται, είναι εκείνοι που αμφισβήτησαν τη λογική αυτών των σχολείων, όπως ο ίδιος ο Μπαλτάς, και τώρα ως υπουργός.

Όμως, και με ένα απολύτως δημοκρατικό σχολείο, δεν μπορούν να γίνουν όλοι φιλόσοφοι και καλλιτέχνες, όσο και αν βοηθηθούν από το εκπαιδευτικό σύστημα οι αδύναμοι μαθητές. Δεν μπορούν όλοι να γίνουν ποιητές. Ποιηματογράφοι βεβαίως μπορούν να γίνουν, δηλαδή ικανοί να γράψουν ένα αξιοπρεπές ποίημα, ή και πεζό, όπως κάθε μορφωμένος άνθρωπος. Αυτή τη μόρφωση οφείλει να δίνει το σχολείο, σε όλους. Κι εδώ, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που θα καταστήσει το Λύκειο αυτόνομη και επαρκή εκπαιδευτική βαθμίδα, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.

Αλλά εκείνος ο διαφορετικός τρόπος, να δούμε τον κόσμο, και τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν, που μόνο η τέχνη μας προσφέρει, θα παραμείνει στην αρμοδιότητα των ποιητών (ακόμα και στον σοσιαλισμό, όπως μας έδειξε η ιστορική πείρα...). Γιατί οι ποιητές, όπως και οι επιστήμονες, δηλαδή όσοι κομίζουν πράγματα, εκείνοι που διανοίγουν και προωθούν την τέχνη και τη γνώση σε νέες περιοχές, δεν προκύπτουν απλώς μέσα από τη σχολική εκπαίδευση, ακόμα κι αν είναι η πλέον δημοκρατική, αλλά κυρίως από την «παράλληλη» και τη «μετέπειτα». Δηλαδή, από τη συστηματική μαθητεία στο ίδιο το πεδίο τους, καλλιτεχνικό ή επιστημονικό, ιδίοις αναλώμασι. Σε μια συνθήκη αγωνιστικής συνύπαρξης και διαφοράς. Με κίνητρο την πεποίθηση ότι η όποια υπεροχή, αλλά κυρίως η προσωπική πραγμάτωση, αφορά το ίδιο το πεδίο τους, και τη θέση τους μέσα σε αυτό, με όρους αισθητικούς και επιστημονικούς, και όχι διά του ματαιόδοξου ατομικισμού ή διά της λαϊκίστικης ισοπέδωσης.

(Τυπικό παράδειγμα της πρώτης εκδοχής, η σεμνή διαδρομή τού ίδιου του Μπαλτά, εξαίρετου καθηγητή και ρηξικέλευθου στοχαστή, ενώ της δεύτερης η καθεστωτική διαδρομή ενός από τους επικριτές του, του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου, συμβατικού συγγραφέα και αρθρογράφου της Καθημερινής - κι οι δυο τους στα ίδια σχολεία φοίτησαν, εδώ και στη Γαλλία, ακόμα και σ' αυτό της ανανεωτικής αριστεράς...)

Πηγή: Η Αυγή

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Run Samarun, run!

Αντιγράφουμε από το kartesios.com
Στις 19 Ιανουαρίου 2015, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ τρομοκρατούσε τους πολίτες με την τεράστια ευκολία που τον διακρίνει, γράφοντας ότι την Παρασκευή θα ξυπνούσαμε δίχως ευρώ. Τη σύλληψη αυτής της άθλιας ιδέας είχε ο άνθρωπος με τις τρίχες ανάμεσα στα δάχτυλα, Νίκος Ευαγγελάτος.

Η «ενημερωτική» ιστοσελίδα του ανθρώπου με τις τρίχες ανάμεσα στα δάχτυλα ξεπέρασε κάθε τρομολαγνικό πήχη που έβαζαν τόσο καιρό το MEGA, o ANT1, ο Αλαφούζος και ο Μπόμπολας. Δεν ήταν το μόνο δημοσίευμα του newsit.gr που έσπερνε πανικό στους Έλληνες και το χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα οι υποψήφιοι της ΝΔ. Ούτε φυσικά ήταν το μόνο Μέσο που χρησιμοποιούσε την τρομοκρατία. Εδώ, μάλιστα, έχουμε το παράδοξο να χρησιμοποιεί το newsit ως «πηγή» του δικού του άρθρου την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», αλλά το άρθρο στο οποίο παραπέμπει να είναι σαφέστατα πιο ψύχραιμο και αναλυτικό, δίχως πάντως η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» να διαμαρτυρηθεί. Μάλλον δεν την χάλασε το αποτέλεσμα.

Την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 18 Ιανουαρίου, το newsit του Ν. Ευαγγελάτου είχε δώσει ακόμη ένα ισχυρό χτύπημα στην ψυχραιμία, με άρθρο που είχε τίτλο «Η ΕΚΤ θα εξαιρέσει την Ελλάδα από τις αγορές ομολόγων για να μην κάνει δώρο στον ΣΥΡΙΖΑ – Κίνδυνος οι μαζικές αναλήψεις» χρησιμοποιώντας πάλι ως πηγή την «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», αλλά και την Deutsche Welle, δίχως όμως συγκεκριμένες παραπομπές.

Και μόνο αυτά τα δύο κείμενα θα μπορούσαν να προκαλέσουν την παρέμβαση της Δικαιοσύνης. Η Δικαιοσύνη δεν παρενέβη. Αντιθέτως, τέτοιου είδους άρθρα έγιναν υλικό στις προεκλογικές κινήσεις του Σαμαρά, του Γεωργιάδη και αρκετών υποψηφίων της ΝΔ.

Ο στόχος αυτής της προσπάθειας τρομοκράτησης των πολιτών ήταν σαφέστατος. Η δημιουργία ενός bank run, ενός τραπεζικού πανικού που θα έστελνε τους καταθέτες να αποσύρουν τα χρήματά τους. Ο σκοπός λοιπόν ήταν ουσιαστικά η δημιουργία ενός προβλήματος στη χώρα. Όλοι αυτοί συνεργάστηκαν για να φέρουν μία κατάρρευση στις τράπεζες και στην οικονομία ώστε να εκμεταλλευτούν πολιτικά το μπάχαλο.

Έτσι πολιτεύονται. Τόση είναι η αξία των επιχειρημάτων τους. Αυτή είναι η μόνη τους αγωνία. Να μείνουν γαντζωμένοι στην εξουσία πάση θυσία. Θυσιάζοντας ακόμη και τη χώρα που υποτίθεται ότι θέλουν να σώσουν. Και επιτρέψτε μου να είμαι βέβαιος ότι ο Σαμαράς δεν επιθυμούσε να έχουν αυτό το περιεχόμενο οι δηλώσεις Ντράγκι σχετικά με την ποσοτική χαλάρωση.

Δεν ήθελε να ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Δεν εξηγείται διαφορετικά η δήλωσή του στις 20 Ιανουαρίου στην οποία ανέφερε: «Να εύχονται στον ΣΥΡΙΖΑ να μην εξαιρεθεί την Πέμπτη η χώρα μας από την ποσοτική χαλάρωση εξαιτίας του κ. Τσίπρα και των οικονομικών του εγκεφάλων! Να εύχονται να μην απομονωθεί η χώρα μας από τις υπόλοιπες 18 χώρες της Ευρωζώνης!».

Μα πότε είχε ζητήσει ο Τσίπρας και οι οικονομικοί του εγκέφαλοι να εξαιρεθεί η Ελλάδα από το πρόγραμμα της ΕΚΤ; Κι από πότε ένα κόμμα που δεν ήταν στην κυβέρνηση μπορεί να παίξει ρόλο σε αποφάσεις της ΕΚΤ; Πώς θα μπορούσε να διαμορφώσει κατάσταση στην ΕΚΤ και στις Βρυξέλλες μία αξιωματική αντιπολίτευση; Τίποτε από αυτά δε θα μπορούσαν να συμβούν και ούτε η ΕΚΤ θα έπαιρνε τις αποφάσεις της με γνώμονα δηλώσεις κομμάτων σε όποια χώρα της Ευρωζώνης γίνονταν εκλογές. Είναι ηλίθιο και σαν σκέψη.

Ο Σαμαράς το μόνο που έκανε ήταν να ετοιμάζει έναν «ένοχο». Ήταν τόσο βέβαιος ότι η Ελλάδα δε θα έμπαινε στο πρόγραμμα της ΕΚΤ που ήδη είχε ετοιμάσει τα λογύδριά του. Και φυσικά όχι μόνο ο Σαμαράς αλλά και όλα τα κορυφαία φασιστικά στοιχεία της οργάνωσής του.

Ένα bunk run είχαν σχεδιάσει ο Σαμαράς με τους αυλικούς και τους συνεργάτες του. Μέχρι και λίγα λεπτά πριν ανακοινωθεί ότι η Ελλάδα τελικά μπαίνει στο πρόγραμμα της ΕΚΤ, ιδού τι έγραφε η ιστοσελίδα του Νίκου Ευαγγελάτου: «Αυξημένες από 15 έως 20% και σήμερα οι εκροές καταθέσεων – Πάνω από 1 δισ έφυγαν από τις τράπεζες».

Αυτό θα συμβαίνει μέχρι και την τελευταία στιγμή που θα ανοίξουν οι κάλπες. Δε μπορούν να το πιστέψουν ότι Βρυξέλλες, Βερολίνο και ΔΝΤ πέταξαν στα σκουπίδια τον αχυράνθρωπό τους. Δε μπορούν να πιστέψουν ότι ο πρωθυπουργός που τους είχε υποσχεθεί ότι θα τους τάιζε και θα τους προστάτευε για πολλά χρόνια, εκπαραθυρώθηκε.

Δεν ξέρω τι άλλη ακρότητα μπορούν να κάνουν. Ο πανικός είναι επικίνδυνο πράγμα. Ο Σαμαράς σύρθηκε την Πέμπτη σε ένα δήθεν διάγγελμα στο οποίο και πάλι κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ για τις ανακοινώσεις Ντράγκι. Ίσως σκέφτηκε ότι αφού το έγραψε, τζάμπα να πάει; Και είπε σε αυτό το τάχα μου διάγγελμα «Η σημερινή απόφαση της ΕΚΤ το λέει καθαρά. Χωρίς κλείσιμο της αξιολόγησης από τους δανειστές μας για το υφιστάμενο πρόγραμμα που πρέπει να τελειώσει σε ένα μήνα, τέλη Φεβρουαρίου, θα είμαστε αποκλεισμένοι. Και θα συνεχίσουμε να είμαστε σε αναστολή, όσο δεν κλείνει με επιτυχία αυτή η αξιολόγηση».

Μα, πού πήγε το success story; Πού πήγε η πρόωρη οριστική έξοδος; Τα μνημόνια που έσχιζε κάθε μέρα; Η απίστευτη οχύρωση της Οικονομίας; Η τόση ανάπτυξη; Η απίστευτη επιτυχία; Πού πήγαν όλα αυτά; Η θωράκιση του τραπεζικού συστήματος; Η επιτυχία των stress test των τραπεζών; Όλα αυτά μπορούν να γκρεμιστούν από μία αξιολόγηση; Ήταν ψέμα όλα αυτά; Ναι! Ήταν ένα τεράστιο ψέμα. Ένα φτύσιμο στα μούτρα μας.

Όλα όμως εδώ πληρώνονται. Κι εφόσον όλο το σχέδιο πήγε άπατο και δεν έγινε bank run, αυτός που το έστησε έναν τρόπο έχει να γλιτώσει. Run Samarun, run!

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗ ΚΑΙ "ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ"

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ & ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ:
  1. Συντάσσομαι με την απόφαση (αρ. πρωτ. εγγρ. Δ.Ο.Ε. 1207/10-11-2014) του συνδικαλιστικού μας οργάνου, του οποίου ως εκπαιδευτικοί είμαστε όλοι μέλη, δηλώνοντας απεργία-αποχή από κάθε διαδικασία που αφορά στην αξιολόγηση και την Α.Ε.Ε. από 2-11-2014 έως και 23-12-2014.
  2. Θεωρώ ότι στα 28 χρόνια που υπηρετώ την Εκπαίδευση (και τα τελευταία 8 ως διευθυντής), αξιολογούμαι και ανατροφοδοτούμαι καθημερινά από τους συναδέλφους, τους μαθητές μας, τους γονείς τους, την υπηρεσία και την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα, εισπράττοντας την ηθική και επαγγελματική αναγνώριση που μου αναλογεί, παρόλο που η οικονομική ανταμοιβή από την Πολιτεία είναι αναντίστοιχη με το έργο και την προσφορά μας ευρύτερα ως κλάδου.
  3. Αδυνατώ να αντιληφθώ τον τρόπο που η δεδομένη «ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ» υπηρετεί τις παιδαγωγικές και μορφωτικές ανάγκες χειραφέτησης της κοινωνίας, όταν επιχειρείται με μηχανιστικό, λογιστικό τρόπο να αποτιμηθούν και να επικυρωθούν ως αντικειμενικά μετρήσιμα, ποιοτικά χαρακτηριστικά όπως είναι η προσωπικότητα και οι νοητικές λειτουργίες των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η φαντασία και οι ιδέες, η ικανότητα ανάληψης ευθύνης και πρωτοβουλιών, η ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, οι διαπροσωπικές σχέσεις κτλ. Στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, δίνουν περιεχόμενο και ουσία στην εκπαιδευτική διαδικασία και τα οποία η επιχειρούμενη «ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ», ως «τεχνική συμμόρφωσης», αποπλαισιώνει από τις κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις τους, περιορίζοντάς τα σε σύνολο τυποποιημένων δεικτών, με κίνδυνο (όπως η εμπειρία εφαρμογής αντίστοιχων προγραμμάτων σε αγγλοσαξονικές χώρες κατέδειξε):
  • Να μετατρέψει τον εκπαιδευτικό της πράξης, σε ανταγωνιστή των συναδέλφων του, σε διεκπεραιωτή της ύλης και καταναλωτή προγραμμάτων, σε συλλέκτη τίτλων σεμιναρίων και πιστοποιητικών, σε υποταγμένο τεχνοκράτη υπάλληλο.
  • Να αποκόψει οριστικά τα στελέχη της εκπαίδευσης από την κοινή εκπαιδευτική μήτρα.
  • Να συρρικνώσει την παιδαγωγική αυτοτέλεια και να αυξήσει το εργασιακό άγχος των εκπαιδευτικών.
  • Να μεταθέσει-επιρρίψει την ευθύνη για τις αδυναμίες της εκπαίδευσης στον εύκολο στόχο, τους εκπαιδευτικούς και όχι στις εκάστοτε πολιτικές επιλογές.
  • Να οξύνει τα μορφωτικά ελλείμματα και τις ανισότητες για τις οικονομικά ασθενέστερες και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.
  • Να μεταλλάξει το δημόσιο χαρακτήρα του σχολείου συναρτώντας την «» όχι μόνο με την ατομική βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών αλλά και με την γενικότερη χρηματοδότηση των σχολείων και την ανάγκη προσφυγής τους σε ιδιωτικοοικονομικούς πόρους. 
Τελικά: ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΛΕΠΙΒΟΛΑ ΣΧΕΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΗ ΜΠΑΡΟΥΦΟΛΟΓΙΑ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΗ.   ΠΟΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΚΑΚΟΜΟΙΡΙΑ ΤΩΝ "ΔΑΣΚΑΛΩΝ" ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΓΙΝΑΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΤΗΣ ΜΩΡΟΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ.  
ΜΕΝΕΙ ΕΠΙΣΗΣ Η ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ (ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ) ΠΟΥ ΘΥΜΗΘΗΚΑΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΟΛΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΟΤΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΑΛΛΑΖΕΙ ΑΦΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΠΕΙΘΑΡΧΗΣΑΝ ΠΛΗΡΩΣ, ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ...



Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Χρεοκόπησαν και την Παιδεία

Του Θοδωρή Λαπαναΐτη από την Ελευθεροτυπία 13-11-2014

Η εβδομάδα που πέρασε ήταν άκρως διδακτική για την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος και το ρόλο των επίδοξων σωτήρων του. Κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος η επιχειρηματολογία όσων τάσσονταν κατά των μαθητικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων και καταλήψεων με το επιχείρημα ότι θέλουν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια ανοιχτά.

Δύο ειδήσεις αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Η πρώτη είδηση είναι ότι ο υπουργός Παιδείας σκέφτεται να προχωρήσει σε νομοθετική πρωτοβουλία, με την οποία θα πετάει το μπαλάκι στις πρυτανικές αρχές προκειμένου οι τελευταίες να προβούν σε μείωση των εισακτέων στα πανεπιστήμια, διότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το σημερινό αριθμό φοιτητών.
Η δεύτερη είδηση σχετίζεται με τις σκέψεις και τις προθέσεις του Ανδρέα Λοβέρδου που θέλει να προωθήσει την εθελοντική δουλειά εκπαιδευτικών, όπου αντί μισθού θα δίνονται… μόρια, επειδή επίσης οικονομικά δεν υπάρχουν λεφτά για να καλυφθούν 1.100 κενά σε θέσεις εκπαιδευτικών.
Ολα αυτά συμβαίνουν την ώρα που ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο υπουργός Παιδείας συμπεριφέρονταν ως σύγχρονοι Ιαβέρηδες, ο μεν πρώτος απειλώντας τους φοιτητές με μηνύσεις και ο δεύτερος ζητώντας παρέμβαση της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για να διαπιστώσει αν είναι «υποκινούμενες» οι μαθητικές καταλήψεις κατά του νέου Λυκείου και της «Τράπεζας Θεμάτων».
Δεν είναι υποκριτικό να στηρίζεις λογικές και πρακτικές «νόμου και τάξης» εις βάρος φοιτητών και μαθητών και την ίδια ώρα να σφυρίζεις αδιάφορα για το γεγονός ότι η κυβέρνηση «κλείνει» το πανεπιστήμιο σε χιλιάδες νέους που θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ανώτατο επίπεδο; Δεν είναι ακόμα πιο οξύμωρο να ψάχνεις κομματικούς υποκινητές στις μαθητικές καταλήψεις όταν ο ίδιος ο υπουργός με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο λέει ότι η κυβέρνηση και το ελληνικό κράτος δεν είναι σε θέση να εγγυηθούν ούτε τη στοιχειώδη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γιατί δεν μπορούν να πληρώσουν τους μισθούς 1.100 δασκάλων που λείπουν από τα σχολεία;
Αν αποδεικνύουν κάτι αυτά τα γεγονότα είναι ένα απλό συμπέρασμα που συνίσταται στο ότι όσοι θέλουν «νόμο και τάξη» είναι όσοι θέλουν να υπηρετήσουν μια πολιτική που κλείνει τις πόρτες των δικαιωμάτων και των ευκαιριών για τη νεολαία. Είτε μη επιτρέποντάς της να σπουδάσει (μείωση του αριθμού των εισακτέων), είτε παρέχοντάς της απαξιωμένα πτυχία και με την ανεργία να καραδοκεί. Και τελικά, απ” αυτή την πολιτική η μόνη πόρτα που μένει ανοιχτή είναι αυτή της μετανάστευσης για τους νέους επιστήμονες.
Τα συγκεκριμένα περιστατικά στην Παιδεία αποδεικνύουν και κάτι ακόμα: Είναι πρώτου μεγέθους υποκρισία, είναι φαρισαϊσμός να απαιτείς από τους νέους και τους εργαζόμενους, από την κοινωνία συνολικά να γίνει πιο παραγωγική και να στραφεί στην καινοτομία για να γίνει πιο ανταγωνιστική και την ίδια στιγμή να λες ότι πρέπει να σπουδάζουν λιγότεροι γιατί «δεν υπάρχουν λεφτά».
Αλήθεια, ποιος κλείνει τα σχολεία και τα πανεπιστήμια; Οι αγώνες της νεολαίας, των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στην εκπαίδευση ή η πολιτική της λιτότητας και της υποχρηματοδότησης της Παιδείας;

Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής: όταν η μάθηση μοιάζει να συμβαίνει (αλλά δεν συμβαίνει)

(Αναδημοσίευση του άρθρου του Δημ. Αναστασίου, Καθηγητή στο SE University of Illinois) Η έννοια της συμμετοχής/εμπλοκής (engagement) των μα...