Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

Το σχολείο του μέλλοντος. Ένα νέο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Αυστραλία δεν έχει τάξεις, ούτε εξετάσεις

350 μαθητές θα έχουν την ευκαιρία να μπουν, σε περίπου από μία εβδομάδα από σήμερα, σε έναν τελείο νέο, διαφορετικό εκπαιδευτικό κόσμο όπου οι τάξεις και οι εξετάσεις είναι απλά λεπτομέρειες. 
(Αναδημοσίευση από το womantoc.gr)
Το εκπαιδευτικό ίδρυμα Lindfield Learning Village βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του Σίδνεϋ και είναι το πρώτο σχολείο που ακολουθεί το συγκεκριμένο σύστημα στην Αυστραλία και στοίχισε στην κυβέρνηση της χώρας περίπου 40 εκατομμύρια δολάρια για να κατασκευαστεί.
Το πανέμορφο κτίριο προσφέρει στα παιδιά υπερπλήρεις και τρομερά σύχρονες εγκαταστάσεις από το νηπιαγωγείο μέχρι το έτος αποφοίτησης και έχει γίνει ήδη γνωστό ως «το σχολείο του μέλλοντος» που στοχεύει στο να διδάξει στα παιδιά την αξία των κοινών δρασηριοτήτων και αποσκοπεί στο να τους δώσει τα απαραίτητα εφόδια ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τα «αληθινά προβλήματα του κόσμου και της ζωής». Αυτό σημαίνει πως αντί να παρακολουθούν τα μαθήματα με τον κλασικό, παραδοσιακό τρόπο το  Lindfield Learning Village θα κατευθεύνει τα παιδιά προς μία πιο συνεργατική μορφή εκμάθησης.
«Τα παιδιά θα εξετάζονται και θα αξιολογούνται μέσα από ένα τελείως διαφορετικό σύστημα αξιολόγησης στο οποίο θα επιλέγουν ένα θέμα που τα προβληματίζει και τα αφορά και θα το παρουσιάζουν με τον τρόπο που τα ίδια επιθυμούν στον χρόνο κατά τον οποίο θα αισθάνονται ικανά και έτοιμα»,
Αν και φυσικά θα υπάρχουν καθηγητές στο σχολείο, κάποια από τα μαθήματα θα παραδίδονται από άτομα άλλων ειδικοτήτων και διαφορετικών ηλικιών που θα επιχειρήσουν να εμφυσήσουν στα παιδιά γνώσεις και ταλέντα σε ποικίλα πεδία.
Όπως δηλώνουν οι υπεύθυνοι αυτού του πρωτοποριακού ιδρύματος που θέλει να επαναπροσδιορίσει την έννοια της γνώσης και τον τρόπο κατά τον οποίο αυτή πρέπει να φτάνει στους μαθητές, στο σχολείο δεν θα υπάρχουν εργασίες, τουλάχιστον όχι με την συνηθισμένη μορφή του όρου.
«Τα παιδιά θα εξετάζονται και θα αξιολογούνται μέσα από ένα τελείως διαφορετικό σύστημα αξιολόγησης στο οποίο θα επιλέγουν ένα θέμα που τα προβληματίζει και τα αφορά και θα το παρουσιάζουν με τον τρόπο που τα ίδια επιθυμούν στον χρόνο κατά τον οποίο θα αισθάνονται ικανά και έτοιμα», δήλωσε η διευθύντρια του σχολείου Stephanie McConnell στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC.
Aυτό που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ξεχωριστά είναι το γεγονός ότι το σχολείο δεν  θα έχει τάξεις, αλλά τα μαθήματα θα παραδίδνται σε συγκεκριμένους χώρους που χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Tα "Waterholes" είναι κάτι αντίστοιχο των αμφιθεάτρων όπου ένα μάθημα θα μπορεί να γίνει παρουσία πολλών ατόμων, τα "campfires" όπου ένας καθηγητής θα μπορεί να δουλέψει με ένα περιορισμένο γκρουπ παιδιών και τα "caves" όπου το κάθε παιδί θα μπορεί να συγκεντρώνεται και να μελετάει μόνο του.
Παρά το γεγονός ότι υπάρχει η δυνατότητα να φοιτήσουν στο σχολείο 2000 μαθητές προς το παρόν μόνο 350 παιδιά θα γίνουν δεκτά μέχρι να δοκιμαστεί και να τελειοποιηθεί αυτό το καινούργιο και εναλλακτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης.

«Η εκπαίδευση, όπως όλα στη ζωή, είναι θέμα έρωτα»

Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρα από την πολιτική, τις ρυθμίσεις, τις μεταρρυθμίσεις και το αμφιλεγόμενο περιεχόμενό τους, θέτει το ζήτημα του τι κινεί την Παιδεία – και του γιατί σήμερα αυτό απουσιάζει

Διαβάστε όλο το άρθρο: https://www.awakengr.com/maria-eythymioy-i-ekpaideysi-opos-ola-sti-zoi-einai-thema-erota/
Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρα από την πολιτική, τις ρυθμίσεις, τις μεταρρυθμίσεις και το αμφιλεγόμενο περιεχόμενό τους, θέτει το ζήτημα του τι κινεί την Παιδεία – και του γιατί σήμερα αυτό απουσιάζει

Διαβάστε όλο το άρθρο: https://www.awakengr.com/maria-eythymioy-i-ekpaideysi-opos-ola-sti-zoi-einai-thema-erota/
Αναδημοσιεύουμε από tovima.gr τη συνέντευξη της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρίας Ευθυμίου στον Μ. Καρασαρίνη...
Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρα από την πολιτική, τις ρυθμίσεις, τις μεταρρυθμίσεις και το αμφιλεγόμενο περιεχόμενό τους, θέτει το ζήτημα του τι κινεί την Παιδεία – και του γιατί σήμερα αυτό απουσιάζει

Διαβάστε όλο το άρθρο: https://www.awakengr.com/maria-eythymioy-i-ekpaideysi-opos-ola-sti-zoi-einai-thema-erota/

Tweet Pin1 Share2K 2K Shares Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρα από την πολιτική, τις ρυθμίσεις, τις μεταρρυθμίσεις και το αμφιλεγόμενο περιεχόμενό τους, θέτει το ζήτημα του τι κινεί την Παιδεία – και του γιατί σήμερα αυτό απουσιάζει

Διαβάστε όλο το άρθρο: https://www.awakengr.com/maria-eythymioy-i-ekpaideysi-opos-ola-sti-zoi-einai-thema-erota/
Tweet Pin1 Share2K 2K Shares Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρα από την πολιτική, τις ρυθμίσεις, τις μεταρρυθμίσεις και το αμφιλεγόμενο περιεχόμενό τους, θέτει το ζήτημα του τι κινεί την Παιδεία – και του γιατί σήμερα αυτό απουσιάζει

Διαβάστε όλο το άρθρο: https://www.awakengr.com/maria-eythymioy-i-ekpaideysi-opos-ola-sti-zoi-einai-thema-erota/
Κατά κανόνα, οι έλληνες πανεπιστημιακοί προτιμούν να εμμένουν στην πληροφορία παρά να κεντρίζουν το ενδιαφέρον του φοιτητικού κοινού με γοητευτικές λεπτομέρειες που μπορεί να γίνουν έναυσμα πρόσθετης έλξης για το αντικείμενο. Ωστόσο, σε έναν χώρο που η στεγνή γνώση ήταν ο κανόνας, οι παραδόσεις της Μαρίας Ευθυμίου στο μάθημα της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού διακρίνονταν πάντα για τη σπιρτάδα και την επινοητικότητά τους. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ελεύθερες διαλέξεις της για κοινό ενηλίκων, εκτός πανεπιστημίου, μετρούν δεκάδες χιλιάδες ακροατές από το 2006, όταν και ξεκίνησαν, αλλά και πλήθος θεατών στο Διαδίκτυο. Για την αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών η σημερινή συγκυρία της εκπαίδευσης κάθε άλλο παρά ευτυχής είναι – και η καθοδική πορεία της ακολουθεί αυτήν της κοινωνίας. Ακόμη όμως και αν η Παιδεία βρίσκεται κοντά στο σημείο μηδέν, η Μαρία Ευθυμίου αρνείται να συνταχθεί με την πλευρά της πλήρους απαισιοδοξίας: γιατί η εκπαίδευση δεν έχει τόσο ανάγκη από νόμους και μεταρρυθμίσεις όσο από «εκπαιδευτικούς που να αγαπούν αυτό που κάνουν».
Aλλος ένας διάλογος για την Παιδεία ολοκληρώθηκε. Η Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου έχει δώσει στη δημοσιότητα τα πορίσματά της, ένα πρώτο νομοσχέδιο με εκπαιδευτικές ρυθμίσεις ψηφίστηκε από τη Βουλή στο τέλος Αυγούστου. Οι κατευθύνσεις που μοιάζει να θέλει να ακολουθήσει η κυβέρνηση συμβαδίζουν με τις διεθνείς αναζητήσεις; 
«Στην Ελλάδα αλλάζουμε, υποτίθεται, το εκπαιδευτικό σύστημα πολύ συχνά. Κάτι που προφανώς δεν έχει νόημα. Πρόκειται για εθνική κωμωδία, γιατί όλοι γνωρίζουν πως κάθε «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» είναι τραγικά εφήμερη. Και, εξ αυτού, άνευ ουσίας. Η χώρα μας βρίσκεται σε κακό σημείο. Η Παιδεία της φθίνει εδώ και δεκαετίες. Σήμερα πια είναι σε ελεύθερη πτώση. Οσον αφορά τις διεθνείς αναζητήσεις, υπάρχουν πολλά και διαφορετικά εκπαιδευτικά πρότυπα – και όχι ένα. Μπορεί κανείς, για τη συζήτηση, να επιλέξει διάφορα παραδείγματα γενικών κατευθύνσεων: εκείνα των αγγλοσαξονικών χωρών, για παράδειγμα, που κι αυτά δεν είναι ενιαία· ή της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Φινλανδίας, ή χωρών – δυτικών, κατά κανόνα – που έχουν δώσει κάποιο, θεωρούμενο ως επιτυχημένο, στίγμα. Και στο εξωτερικό, πάντως,  τα εκπαιδευτικά δεδομένα επανεξετάζονται – κατά καιρούς. Σε εμάς, βέβαια, όλα είναι δραματικά εφήμερα. Το μόνο σταθερό είναι η διαρκής πτώση. Και αν κρίνω από κάποιες αποφάσεις που πάρθηκαν για τα Αρχαία Ελληνικά ή τα Συμβούλια των Πανεπιστημίων, τα οποία η παρούσα κυβέρνηση καταργεί, τότε μόνο ζοφερό μπορώ να φανταστώ το μέλλον. Αλλά έχουμε, πλέον, συνηθίσει ως κοινωνία να ωθούμαστε προς όλο και μεγαλύτερο χάος και καταστροφή. Και είμαστε, μάλιστα, ήρεμοι μπροστά στο κακό αυτό. Σαν έτοιμοι από καιρό…».
Υπήρχε στο παρελθόν η αίσθηση ότι θα ήταν ενδεχομένως καλύτερο η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας να περάσει από τους επαγγελματίες πολιτικούς στα χέρια πανεπιστημιακών που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τα προβλήματα του χώρου. Και τα τελευταία χρόνια γνωστοί πανεπιστημιακοί έγιναν όντως υπουργοί Παιδείας. «Το πρόβλημα δεν είναι στα ονόματα. Γιατί σε όλους τους χώρους υπάρχουν άνθρωποι με γνώση, με ευαισθησία και με υψηλή αίσθηση ευθύνης ως προς την κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία, όμως, σε όλα τα επίπεδα, πάσχει από το απόλυτο «δήθεν» – κατάσταση που διογκώθηκε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, οπότε ζήσαμε τη φούσκα των ιδεοληψιών και των μεγάλων λόγων. Μέσα σε αυτή τη φούσκα δημιουργήθηκε και ένα μεγάλο κομμάτι του λεγόμενου «πνευματικού κόσμου». Το ζήτημα, άρα, δεν είναι αν είναι κανείς πανεπιστημιακός ή όχι, «διανοούμενος» ή όχι. Δεν είναι καν αν είναι κανείς ειδικευμένος σε θέματα εκπαίδευσης. Και το λέω αυτό γιατί έχει δοθεί μεγάλη έμφαση και από την Ευρωπαϊκή Ενωση, με σημαντικές χρηματοδοτήσεις, που εδώ και δεκαετίες διοχετεύθηκαν σε παιδαγωγικές «μελέτες», «αναζητήσεις» και σε Παιδαγωγικά Τμήματα. Τελικά, όμως, είχαμε ένα σαθρό αποτέλεσμα. Τα Παιδαγωγικά Τμήματα στην Ελλάδα έχουν, συχνά, φοιτητές χαμηλού επιπέδου – φέτος αξιοθρήνητα χαμηλού, αν κρίνει κανείς από τις εισαγωγικές εξετάσεις – και η εκπαίδευση που τους παρέχεται είναι, σε κάποιες περιπτώσεις, συζητήσιμη. Ενώ εδώ θα έπρεπε να έχουμε τους άριστους των αρίστων, οι οποίοι και να λαμβάνουν την πιο απαρέγκλιτα απαιτητική και συστηματική εκπαίδευση, από, επίσης, τους άριστους των αρίστων. Βέβαια, όπως σε όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια, όπως και σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, δίπλα στους «εκπαιδευτικούς» και τους «μαθητές» που απλώς διεκπεραιώνουν και αδιαφορούν για τη δουλειά τους, γίνονται και πράγματα καταπληκτικά από μεμονωμένους, αφιερωμένους, φωτισμένους ανθρώπους. Τους οποίους λίγοι τιμούν, λίγοι επαινούν και πολλοί περιγελούν. Ενώ αυτοί, αταλάντευτα, συνεχίζουν το φωτεινό έργο τους».
Εξαντλούμαστε στην πολιτική χρήση και στα διαδικαστικά της Παιδείας αγνοώντας το ίδιο το αντικείμενο τελικά; «Η εκπαίδευση, όπως όλα στη ζωή, είναι θέμα έρωτα. Δεν είναι θέμα κανενός νόμου και καμιάς μεταρρύθμισης. Αν δεν είναι ο δάσκαλος ερωτευμένος με αυτό που κάνει, το αποτέλεσμα είναι, σε κάθε περίπτωση, μηδενικό έως αρνητικό. Με τη λέξη «έρωτας» εννοώ αυτό που κάνεις να σε αφορά. Με πάθος. Με πόνο. Να κοιτάς τον μαθητή στα μάτια και να σε αφορά αν θα μάθει αυτό που του διδάσκεις. Ο δάσκαλος, εξάλλου, δεν μεταφέρει μόνον εγκύκλια γνώση στον διδασκόμενο. Μεταφέρει έναν ολόκληρο κόσμο, μια και η εκπαίδευση είναι άφατη μεταφορά χυμών, μεταφορά ήθους, μεταφορά στάσης ζωής. Δεν είναι διανοητική κατασκευή. Συζητούμε, κάθε τρεις και λίγο, για το πυροτέχνημα των εκάστοτε δήθεν «αλλαγών» και «μεταρρυθμίσεων» μόνο και μόνο για να μην επιστρέψουμε στην αρχή των πραγμάτων. Και η αρχή των πραγμάτων είναι να αγαπάς – τον άλλο, την κοινωνία, τη δουλειά σου, τη ζωή. Να νοιάζεσαι. Και να είσαι έτοιμος να δοθείς με όλες σου τις δυνάμεις και τις δεξιότητές σου σε αυτό. Κάτι που πολλοί έχουμε ξεχάσει. Και βολευόμαστε σε αυτό».
Το ανεπαρκές επίπεδο γνώσεων των εισακτέων φοιτητών, για το οποίο κάνατε λόγο παραπάνω, μνημονεύεται πολύ συχνά ως μείζον πρόβλημα για την κατάρτισή τους. «Είμαι στη Φιλοσοφική Σχολή σχεδόν 35 χρόνια. Κάθε χρόνο εισέρχονται στη Σχολή μας φοιτητές που υπήρξαν «αριστούχοι» μαθητές στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση  (εδώ και δεκαετίες, σχεδόν όλοι οι μαθητές στην Ελλάδα παίρνουν Α στο δημοτικό και 19 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τι να πει κανείς…). Και κάθε χρονιά το επίπεδο είναι χαμηλότερο από εκείνο της προηγούμενης. Να σας πω χαρακτηριστικά ότι στην εκφώνηση των ερωτήσεων στις εξετάσεις, αν χρησιμοποιήσω τον τύπο «αναφερθείτε» ή «τοποθετηθείτε», το «-τε» θα είναι γραμμένο με «αι» από το ένα τέταρτο περίπου των κατά τ’ άλλα «αριστούχων» στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμιά τους εκπαίδευση φοιτητών. Φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι, στην ουσία, προορίζονται μετά την αποφοίτησή τους για καθηγητές της ελληνικής γλώσσας».
Αλλά, από ό,τι καταλαβαίνω, δεν θεωρείτε ότι το ζήτημα είναι απλώς τεχνικό, ότι η έλλειψη τέτοιων βασικών γνώσεων αποδίδεται σε εκπαιδευτικά προβλήματα που λύνονται με αλλαγές υλικών, τρόπων ή μεθόδων διδασκαλίας. «Κοιτάξτε, η κεντρικά, κρατικά οργανωμένη υποχρεωτική εκπαίδευση είναι μια ιστορία μόλις δυόμισι, περίπου, αιώνων. Προέρχεται από το γερμανικό υπόδειγμα του 18ου αιώνα και το γαλλικό του 19ου αιώνα, που αποσκοπούσαν στη συγκρότηση ενιαίων κοινωνιών, στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας. Μια κοινή Παιδεία δημιουργεί κοινά αισθήματα, κοινούς κώδικες. Ενιαιοποιεί τις κοινωνίες. Η Παιδεία κάθε χώρας, δηλαδή, όντας εθνικής προτεραιότητας, δεν μπορεί παρά να έχει ως στόχο τον πολίτη, τον άνθρωπο που η κάθε χώρα θέλει να δημιουργήσει. Παλαιότερα, π.χ., μέχρι τη δεκαετία του 1980, το δημόσιο σχολείο της κάθε ελληνικής γειτονιάς ήταν σχολείο σκληρής εργασίας και απαιτητικότητας. Βάζοντας τους πραγματικούς βαθμούς, επαινώντας, προβιβάζοντας, αφήνοντας μετεξεταστέους, περνούσε το μήνυμα στον μαθητή ότι το να εργάζεται και να αποδίδει στο σχολείο είναι η δουλειά του. Και ότι η δουλειά είναι κάτι που τιμούμε και υπηρετούμε με αφοσίωση και στόχο. Για το οποίο, αναλόγως, είτε επαινούμεθα είτε μας ζητείται να ξαναπροσπαθήσουμε. Αντιθέτως, εμείς, τα τελευταία 40, περίπου, χρόνια, καθώς δημιουργήσαμε μια κοινωνία παρασιτική, χωρίς αξίες, χωρίς ηθικές αρχές και απαιτητικότητα, οδηγήσαμε και την Παιδεία μας σε αντίστοιχους δρόμους και πρακτικές. Από εκεί και τα εύκολα Α στο δημοτικό και τα 19 και 20 στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Η δημιουργία πλήθους «αριστούχων» δίνει κακό εφαλτήριο στους μαθητές, ετοιμάζει το έδαφος για κακούς πολίτες. Γιατί επιβραβεύει την έλλειψη προσπάθειας. Eτσι, πολλοί νέοι που βγαίνουν από ένα τέτοιο σύστημα δεν έχουν συναίσθηση των εννοιών της εργατικότητας, της υπευθυνότητας, του ορίου, της συστηματικής δουλειάς για την επίτευξη ενός στόχου. Δημιουργήσαμε δούλους τού τίποτα. Γιατί ελευθερία δεν είναι η ασυδοσία. Είναι η έννοια του μέτρου, της εσωτερικής πειθαρχίας, του ορίου ως προς τον εαυτό σου και τους άλλους. Αντιθέτως, εμείς προτιμήσαμε την αντιστροφή των κοινωνικών προτεραιοτήτων. Στα ελληνικά σχολεία οι καθηγητές, από δεκαετίες, κάνουν τις συνελεύσεις τους την ώρα του ωραρίου τους, εις βάρος της εκπαίδευσης των νέων για την οποία και πληρώνονται από την κοινωνία! Στα ελληνικά σχολεία, από δεκαετίες, δεν υπάρχει έλεγχος, αξιολόγηση. Αυτά, εξάλλου, θεωρούνται «φασιστικά» πράγματα. Στα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια, από δεκαετίες, αφήσαμε να επικρατήσει ως κανονικότητα το έθιμο των καταλήψεων και ετήσιων καταστροφών της δημόσιας περιουσίας – ένα lifestyle επαναστατικοειδές τού τίποτα, δήθεν ιδεολογικά φορτισμένο. Μετατρέψαμε τα σχολεία σε χώρους βανδαλισμών, αναίδειας, κοινωνικής αδιαφορίας, αμάθειας, βαρβαρότητας – υπό το κάλυμμα, μάλιστα, ιδεολογικών κατασκευών που απλώς υπηρετούν την ευτέλειά μας».   
Η αντιστροφή των κοινωνικών προτεραιοτήτων πόσο έχει να κάνει με αυτό που προηγήθηκε; Θέλω να πω, κατά πόσο η νοοτροπία των τελευταίων δεκαετιών, η νοοτροπία της Μεταπολίτευσης, μπορεί να διαμορφώνεται από την αντίδραση σε αξίες και έννοιες παρούσες σε μια εποχή που απορρίφθηκε πολιτικά και ιδεολογικά; «Πιστεύω ότι αυτό που ζούμε στη Μεταπολίτευση, όλη η κοινωνική και πολιτική ζωή, είναι βαθιά δηλητηριασμένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο. O,τι κάνουμε και ό,τι δεν κάνουμε, ως κοινωνία και ως άτομα, είναι δαγκωμένο από το φίδι του Εμφυλίου και των επακόλουθών του. Θυμίζω ότι, στην ουσία, ο Εμφύλιος τελείωσε το 1974. Στρατιωτικά το 1949, πολιτικά όμως το 1974. Ηθικός νικητής, όμως, δεν ήταν ο στρατιωτικά υπερισχύσας. Hταν ο ηττημένος. Πάνω σε αυτό, μετά τη Μεταπολίτευση, πάτησαν διάφοροι – με μια προσχηματική, δήθεν αριστερή, φρασεολογία – για να δικαιώσουν επιτήδεια συμπεριφορές αντικοινωνικές, αντιδημοκρατικές, λεηλατικές, καταστροφικές. Αντί στην εποχή της δημοκρατίας να αξιοποιήσουμε τις δεινές εμπειρίες του παρελθόντος για το καλύτερο, απεμπολήσαμε αρχές σεβασμού της κοινωνίας, της δημοκρατίας και της αξιοπρέπειας του άλλου. Καταστρέψαμε το κοινό αγαθό. Με άποψη, μάλιστα, και αποφασιστικότητα. Και τούτο φαίνεται πιο βαριά στην Παιδεία».
Ωστόσο, η σημασία της Ιστορίας δεν αντανακλάται στον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται στο σχολείο ένα μάθημα που κατεξοχήν προάγει την κριτική ικανότητα. «Δεν ξέρω αν η αποδυνάμωση του μαθήματος της Ιστορίας έγινε συνειδητά ή ασυνείδητα. Γιατί η Ιστορία είναι ένα μάθημα επαναστατικό. Είναι η ζωή των ανθρώπων που δεν υπάρχουν πια – η δική μας ζωή, μια και σε λίγο για εμάς ως Ιστορία θα μιλούν οι επόμενες γενιές. Μαθαίνοντας για τους ανθρώπους άλλων εποχών, για τον κόσμο που ζούσαν και για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν, μαθαίνεις ουσιαστικά τον εαυτό σου. Είναι λοιπόν μάθημα επαναστατικό, γιατί σε ανατοποθετεί στον κόσμο, γιατί σε ωθεί σε στοχασμό, γιατί σε επαναπροσδιορίζει. Με τον τρόπο αυτόν, η Ιστορία σε απελευθερώνει».
Υπάρχει στο ευρύ κοινό μια έντονη επιθυμία για πρόσβαση σε ιστορική γνώση έγκυρη, επιστημονική, απλά δοσμένη; Αφορμή για την ερώτηση είναι η μεγάλη ανταπόκριση που βρίσκουν εδώ και περίπου μία δεκαετία οι ελεύθερες διαλέξεις σας για κοινό ενηλίκων σε όλη την Ελλάδα. «Το γεγονός ότι κάπου 50.000 άνθρωποι, υπολογίζω, έχουν προσέλθει μέχρι σήμερα σε αυτές τις διαλέξεις κάτι σημαίνει. Κοιτάξτε, η εκπαίδευση δεν σταματά σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας – και δεν αφορά μόνο δάσκαλο και μαθητή, καθηγητή και φοιτητή. Oλοι μαθαίνουμε διαρκώς, ο ένας από τον άλλο. Είμαστε όλοι και αδιαλείπτως ταυτοχρόνως και δάσκαλοι και μαθητές. Η ευρύτατη προσέλευση του κοινού σε διαλέξεις Ιστορίας δείχνει, ίσως, ότι επειδή έχουμε πλήθος κενών λόγω αποστήθισης και στρεβλής διδασκαλίας της Ιστορίας, σε καιρούς δύσκολους, μεταβατικούς και ρευστούς όπως αυτοί που διανύουμε, αναζητούμε εργαλεία ερμηνείας που μόνο η Ιστορία μπορεί να μας δώσει. Η Παγκόσμια Ιστορία, ιδιαίτερα, είναι πολύ πρόσφορη ως έναυσμα σκέψης για τον καθένα. Γιατί όταν ακούς τη δική σου Ιστορία, γίνεσαι σαν τον σκαντζόχοιρο. Το θέμα σε αφορά άμεσα, γι’ αυτό και η προσέγγισή του σε πληγώνει. Δεν σε φέρνει στην ηρεμία που θα υποβοηθούσε την εσωτερική σου συζήτηση, καθώς είσαι διαρκώς έτοιμος να αντιδράσεις. Αντιθέτως, το πλεονέκτημα της Παγκόσμιας Ιστορίας είναι ότι μιλά για ανθρώπους σαν εσένα, σε άλλη χρονική στιγμή και σε άλλον τόπο. Eτσι, διαλέγεσαι μαζί τους και με τις καταστάσεις που αυτοί αντιμετώπισαν με μεγαλύτερη άνεση, χωρίς τις πληγές της δικής σου Ιστορίας που αιμάσσουν. Eπειτα, η παγκοσμιοποίηση είναι τόσο ορατή πλέον, ώστε χρειάζεσαι περισσότερα δεδομένα για να ερμηνεύσεις όσα συμβαίνουν γύρω σου. Ακροατές των μαθημάτων Παγκόσμιας Ιστορίας λένε πως ύστερα από αυτά βλέπουν με άλλον τρόπο τις ειδήσεις, διαβάζουν με άλλα μάτια τις εφημερίδες, αντιλαμβάνονται σε άλλη βάση τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, βλέπουν αλλιώς τα κινηματογραφικά έργα, διαβάζουν με άλλο φως την λογοτεχνία».
Είναι η ανταπόκριση αυτή και μια ένδειξη ότι υφίσταται στην ελληνική κοινωνία ετοιμότητα ευρύτερης δημόσιας συζήτησης γύρω από ιστορικά ζητήματα, όπως περίπου έγινε την τελευταία δεκαετία για τον Εμφύλιο Πόλεμο; «Οι Ελληνες έχουμε ενδιαφέρον για την Ιστορία. Iσως γιατί λόγω της σύγχρονης ηθικής και οικονομικής κατάρρευσής μας αντλούμε κουράγιο από το αρχαίο κλέος. Iσως γιατί έχουμε το προνόμιο να μπορούμε να ανιχνεύσουμε το παρελθόν μας με τόσο πολλά γραπτά μνημεία όσο λίγοι λαοί στον κόσμο. Απλώς, αυτό το ενδιαφέρον δεν το έχουμε αξιοποιήσει, κατά τη γνώμη μου, με συστηματικό και υγιή τρόπο. Ως λαός είμαστε σήμερα σε καλύτερη φάση για να συζητήσουμε για την Ιστορία μας. Ο Εμφύλιος, για παράδειγμα, τελείωσε στρατιωτικά πριν από σχεδόν 70 χρόνια, οι βασικοί πρωταγωνιστές του έχουν φύγει από τη ζωή, τα πολωτικά σχήματα «δεξιά» και «αριστερά», «προοδευτικός» και «συντηρητικός» έχουν καταρρεύσει. Είμαστε πλέον πιο ταπεινοί, λιγότερο αλαζόνες. Περνάμε όλοι τη δοκιμασία της κρίσης. Η βαριά εικόνα της Ελλάδας και του Eλληνα στο εξωτερικό μάς πληγώνει, αν και γνωρίζουμε ότι, σε έναν βαθμό, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις. Eχουμε μπει δειλά δειλά στον δρόμο να συνομιλήσουμε με τον εαυτό μας ειλικρινά, αφήνοντας στην άκρη ιδεοληψίες και προκατασκευασμένες, politically correct, θεωρητικές συλλήψεις».
Αυτή η τελευταία φράση θα ίσχυε και ως υπόδειξη διεξόδου από τον λαβύρινθο των προβλημάτων της εκπαίδευσης; «Δεν είμαι τόσο απαισιόδοξη όσο μπορεί να φαίνεται από όλα όσα είπα παραπάνω. Στην εκπαίδευση υπάρχουν ακόμη διάσπαρτοι υπέροχοι άνθρωποι που μπορούν και κάνουν τη διαφορά. Και τα πράγματα είναι, εν τέλει, απλά. Στην πραγματικότητα, ένα πράγμα χρειάζεται η εκπαίδευση: εκπαιδευτικούς που να αγαπούν αυτό που κάνουν. Που να μπαίνουν στην τάξη και να λένε μέσα τους «Αυτά τα παιδιά θέλω να τα κερδίσω. Να τα εμπνεύσω. Να τα ελευθερώσω μέσα από τη χαρά της γνώσης, του σεβασμού, της προσπάθειας, της αξιοπρέπειας, της εργατικότητας, της αυτοεκτίμησης και της αλληλοεκτίμησης, της αξιοποίησης των ταλέντων του καθενός». Γιατί όλα είναι έρωτας. Και η Παιδεία ακόμη πιο πολύ».

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

Οι προφητείες μιας Βολιβιανής δασκάλας πριν από 17 χρόνια

«Είμαι δασκάλα. Δουλεύω, αλλά δεν με φτάνουν αυτά που βγάζω. Πώς θα κάνω καλά το μάθημα αν δεν τρώω καλά; Οι μαθητές μου, χειρότερα. Κοιμούνται στο μάθημα. Γιατί; Διότι πεινάνε... Γι’ αυτό είμαστε απογοητευμένοι με αυτήν την κατάσταση. Γι’ αυτό ζητάω από τη διεθνή κοινότητα να ελέγξει πραγματικά τα λεφτά για να μην πάνε στις τσέπες όλων αυτών που έχουν λογαριασμούς στην Ελβετία...» Αναδημοσίευση από την εφημερίδα των Συντακτών--- του Γιάννη Σιώτου*
Σταράτες κουβέντες, οι οποίες περιγράφουν την αγωνία ενός άνθρωπου που δεν έχει καμία σχέση με τον Τσίπρα, τον Μητσοτάκη, τη Γεννηματά και τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς.
Πώς θα μπορούσε να έχει, αφού ήταν από τη Βολιβία και αυτές οι φράσεις ακούστηκαν πριν από δεκαεπτά χρόνια σε ένα ντοκιμαντέρ για τον Μανού Τσάο, αποσπάσματα του οποίου προβλήθηκαν στην εκπομπή «Μουσικοί του Κόσμου» ( ΕΡΤ, 11.11.2001).
Και όμως είναι επίκαιρες και διαχρονικές όσο η πείνα και ο πλούτος. Τα ίδια ακριβώς θα μπορούσε να έχει πει μια Ελληνίδα δασκάλα σήμερα, μια Ισπανίδα ή μια Πορτογαλέζα πριν από τρία χρόνια, μια Αργεντίνα σήμερα και πριν από δεκαοκτώ χρόνια, μια Ινδονησιάνα ή μια Ρωσίδα στα τέλη της δεκαετίας του 1990… ακόμη και μια Αμερικανίδα που διδάσκει σε σχολείο ενός γκέτο…
Ανθρωποι από τόπους που χτύπησε η οικονομική κρίση, αλλά και από αυτούς που η ανισότητα έχει αναχθεί σε συστατικό της ανάπτυξης.
Πείνα και πλούτος. Δυνάμεις που καθορίζουν την ανθρώπινη ιστορία και κατατάσσουν τους κυβερνήτες σε αυτούς που προσπάθησαν να λειάνουν τις ακραίες εκφάνσεις τους και σε εκείνους που είτε αδιαφόρησαν είτε τις έκαναν ακόμα πιο κοφτερές.
Στην εποχή μας, ο πλούτος, κατακτητικός και άπληστος –άλλοτε με ήπιες και άλλοτε με βάρβαρες μεθόδους– καταπίνει τα πάντα, προσφέροντας πείνα.
Προκαλεί οικονομικές κρίσεις και μετέτρεψε στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα ετών, τον μισό ΟΗΕ, σε εργοστάσια παραγωγής του και σε εργαστήρια τεχνογνωσίας που θα εξασφαλίζουν την… αθανασία του.
Σε αυτή την αλυσίδα των χρυσοτόκων κρίσεων, η Ελλάδα λόγω μεγέθους, γεωγραφικής-γεωπολιτικής ταυτότητας αλλά και πολιτικής ιδιαιτερότητας, δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν «μηχανή παραγωγής χρηματικών κερδών» αλλά και σαν «εργαλείο» παραγωγής πολιτικής και κοινωνικής τεχνογνωσίας.
Στα τελευταία είκοσι χρόνια, ο τόπος γνώρισε τα πάντα: το πώς στήνεται μια κρίση, το πώς γίνεται η παράδοση μιας κοινωνίας, το πώς επιτυγχάνεται η διαχείριση των ανθρώπινων ανοχών και αντοχών και τέλος το πώς κατοχυρώνεται η μακροχρόνια εκμετάλλευσή της και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον που διέπεται από τις αρχές της ελευθερίας του πολίτη.
Κοντολογίς η Ελλάδα, πολύ μικρή για να προσφέρει κέρδη ανάλογα της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Ινδονησίας και της Ρωσίας, ήταν η πιο κατάλληλη για να δοκιμαστούν τεχνικές της λεηλασίας σε περιβάλλον φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Πρόκειται για μία προσέγγιση που αλλάζει όλη την αποτίμηση της μνημονιακής περιόδου –από το στήσιμο μέχρι την έξοδο από αυτήν. Για παράδειγμα, όλοι οι κυβερνήτες της κρίσης χρησιμοποίησαν –συστηματικά και μεθοδικά– αριθμούς για το χρέος, τη συρρίκνωση της οικονομίας, την ανεργία, τη φτώχεια… Και σταματούν εκεί.
Κανείς όμως δεν έκανε το βήμα παραπάνω: να προσθέσει σε αυτές τις ποσοτικές μετρήσεις και κριτήρια αξιολόγησης συμπεριφορών. Για παράδειγμα, κανείς τους δεν ασχολήθηκε με την αντίδραση των Ελλήνων σε κάθε αύξηση της ανεργίας κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Κανείς δεν μίλησε για την αντίσταση του πολιτικού συστήματος στις πολιτικές που θα περιόριζαν την ανάπτυξη κατά 0,25 ποσοστιαία μονάδα.
Κανείς δεν αναφέρθηκε στις στρατηγικές και στις τακτικές που εφαρμόστηκαν όχι μόνο από τους δανειστές αλλά και απο το ελληνικό πολιτικό σύστημα, προκειμένου να εφαρμοστούν μέτρα που θα οδηγούσαν σε φτωχοποίηση ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές ομάδες. Προφανώς γιατί δεν βολεύει.
Σε μια τέτοιους είδους αξιολόγηση, το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι στον σημερινό κόσμο οι ιδεολογικές ταμπέλες προσφέρονται μόνο για… ψαριές ψήφων.
Οπου η κρίση έβαλε τη σφραγίδα της, οι ταμπέλες αυτές δούλεψαν για τον πλούτο. Και η πράξη έδειξε ότι ο πλούτος κάνει τη δουλειά του τόσο με τις δυνάμεις της «οικονομίας της αγοράς» όσο και με εκείνες που ισχυρίζονται ότι τον αμφισβητούν.
Οι τελευταίες, μάλιστα, αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, απρόθυμες και –ενδεχομένως– ανήμπορες στο να διατυπώσουν και να εφαρμόσουν τη δική τους πρόταση για τη διαχείριση της σημερινής παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Φυσικά, σε αυτό συνέβαλαν και ο πολιτιστικός και ο πνευματικός ακρωτηριασμός της ψηφιακής εποχής, που επηρέασε σε τέτοιο βαθμό τον μέσο άνθρωπο, ώστε, όταν ακούει για τις «αλυσίδες των προλετάριων», να στρέφει το κεφάλι προς την αλυσίδα του ποδηλάτου που περνά μπροστά του.
Τα λόγια της Βολιβιανής είναι διαχρονικά και προφητικά συνάμα, καθώς με συγκλονιστική απλότητα και σαφήνεια περιγράφουν ταυτόχρονα το χθες, το σήμερα και το αύριο.
*δημοσιογράφος, συγγραφέας

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Το μπούλινγκ δεν έρχεται «από τα ξένα»!

Με αφορμή το περιστατικό της αυτοκτονίας του δεκατετράχρονου μαθητή, θυμίζουμε την προηγούμενη (προ τριετίας) δημοσίευση μας για το θέμα και αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ το άρθρο της Βασιλικής Κατριβάνου (ψυχοθεραπεύτριας, εκπαιδεύτριας στην επίλυση συγκρούσεων) ..........

Η αυτοκτονία του δεκατετράχρονου μαθητή στην Αργυρούπολη ήταν ένα σοκ για την κοινωνία μας. Όπως και η δολοφονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, λίγα χρόνια πριν. Σε τέτοια ακραία περιστατικά η «κοινή γνώμη» σαστίζει και αρχίζει, προς στιγμήν, να μιλάει για θέματα που δεν άγγιζε μέχρι τότε. Και όμως, το μπούλινγκ, ο σχολικός εκφοβισμός δεν έχει τίποτα το ακραίο: είναι ένα θέμα καθημερινό στα σχολεία, που ταλαιπωρεί και απασχολεί πολύ μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς. Ωστόσο, φτάνει στο επίπεδο του δημόσιου λόγου όταν υπάρχει το σοκ του θανάτου. Μου θυμίζει, με έναν τρόπο, τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα: όλο το προηγούμενο διάστημα υπήρχε η βία και η βαρβαρότητα των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής απέναντι σε μετανάστες, ΛΟΑΤΚΙ και αντιφασίστες, η δολοφονία του Σαχτζάτ Λουκμάν κ.ά.· όμως, η ελληνική κοινωνία συγκλονίστηκε με τη δολοφονία του έλληνα αντιφασίστα, και τότε μόνο κινήθηκαν αστυνομία και δικαιοσύνη.
Χρειάζονται γρήγορα συγκεκριμένες ενέργειες. Η πρώτη είναι να οργανώσει το υπουργείο Παιδείας, συντεταγμένα, σε όλα τα σχολεία, σεμινάρια και προγράμματα επιμόρφωσης, που θα απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς, σχολικούς συμβούλους, παιδιά και γονείς, πάνω στην επίλυση συγκρούσεων, την ενίσχυση της επικοινωνίας, τη συνεργασία και αξιοποίηση της διαφορετικότητας, την ενδυνάμωση όλων, την εκπαίδευση στα δικαιώματα, ενάντια στο ρατσισμό.

Να μη χάσουμε τη μεγάλη εικόνα: το σχολείο και την κοινωνία

Τέτοια προγράμματα είναι απολύτως αναγκαία, ειδικά σε ένα σχολείο όπως το ελληνικό, το οποίο, παρά τα όσα έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, πάσχει στον τομέα αυτό. Ωστόσο, δεν αρκούν. Για να αντιμετωπιστεί ο σχολικός εκφοβισμός χρειάζεται η ευαισθητοποίηση, η εγρήγορση και η συνεργασία ολόκληρης της σχολικής κοινότητας. Δεν αρκούν κάποια σεμινάρια, μια στις τόσες ή και πιο συχνά. Πρέπει εκπαιδευτικοί και παιδιά να ενεργοποιηθούν μαζί για να αντιμετωπίσουν τέτοια φαινόμενα στο σχολείο τους. Να κάνουν κοινές συζητήσεις, να αποφασίσουν μαζί κανόνες και τρόπους αντιμετώπισης. Χρειάζεται μια διαδικασία διαλόγου, που να δίνει χώρο σε όλες τις φωνές, και εκείνες που σε πρώτο επίπεδο είναι αντιδραστικές· να ακούγονται και όχι να απωθούνται, ώστε να καταλάβουμε τα κίνητρα και τους φόβους που κρύβονται πίσω τους. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να διαμορφώσει μια συνολική γραμμή, να δημιουργήσει ένα δίκτυο για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού, που δεν μπορεί να τον χειριστεί περιστασιακά κάποιος ειδικό ή μεμονωμένα άτομα.
Το να μαθαίνει όλο το σχολείο να χωράει το διαφορετικό, να συνεργάζεται, να διαπραγματεύεται τις διαφορές του και να ακούει όλες τις φωνές είναι μια από τις πιο ουσιαστικές πτυχές της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ξέρω, βέβαια ότι αυτό δεν είναι εύκολο, ότι το σχολείο ως χώρος περιέχει αντιθέσεις, συγκρούσεις, βία: και από μόνο του, και επειδή μεταφέρει αντίστοιχα φορτία της οικογένειας και της κοινωνίας. Ούτε φαντάζομαι μια ανέφελη διαδικασία, με εκπαιδευτικούς που παίζουν χαρούμενοι στην παιδική χαρά της επίλυσης συγκρούσεων, αγκαλιασμένοι με τους μαθητές τους. Η βία και οι συγκρούσεις υπάρχουν και στο σχολείο και έξω από αυτό· το θέμα είναι πώς τις αντιμετωπίζουμε. Προσπαθώ, λοιπόν, να περιγράψω στοιχεία μιας διαδικασίας η οποία συνδυάζει ειδικά εργαλεία (επίλυσης της σύγκρουσης, επικοινωνίας και αξιοποίησης της διαφορετικότητας) με το σύνολο που λέγεται σχολική κοινότητα. Γιατί αν η συνολική λειτουργία του σχολείου προάγει τον αποκλεισμό, απωθεί τη διαφορετικότητα και προάγει τη σιωπή, τότε τα σεμινάρια λίγα μπορούν να καταφέρουν.
Το σχολείο αποτελεί κεντρικό πεδίο για την αντιμετώπιση του μπούλινγκ, δεν είναι όμως το μοναδικό. Όταν πολιτικοί λένε για «όσους τιμάνε τα παντελόνια τους» ή τις «γυναίκες πολιτικούς που μαλλιοτραβιούνται –και χρειάζεται ένας άντρας υπουργός να βάλει τάξη», όταν ιεράρχες προτρέπουν «να φτύνουμε τους ξεφτιλισμένους» ομοφυλόφιλους, που «είναι επικίνδυνοι», όλα αυτά τροφοδοτούν το μπούλινγκ, εντός και εκτός σχολείου. Για να αντιμετωπίσουμε, λοιπόν, το σχολικό εκφοβισμό, πρέπει να βγούμε και εκτός σχολείου, να δούμε και τη μεγάλη εικόνα, να παλέψουμε ενάντια σε τέτοιες στάσεις. Η θέσπιση ισότιμων δικαιωμάτων για όλες τις ομάδες (πολιτικός γάμος για τα ομόφυλα ζευγάρια, αναγνώριση και ισοτιμία για τα τρανς άτομα κ.ά.), από πλευράς του κράτους, είναι ένα απαραίτητο βήμα και για το ζήτημα που συζητάμε.
Ενδυνάμωση για τα θύματα, αλλά και τους θύτες

Ξαναγυρίζω στο σχολείο. Χρειαζόμαστε ενδυνάμωση των παιδιών, όχι μόνο αυτών που είναι θύματα του μπούλινγκ, αλλά και όσων γίνονται θύτες. Το παιδί που ασκεί κακοποιητικά τη δύναμή του πάνω σε ένα άλλο, θέλει καταρχάς, με στρεβλό τρόπο, να νιώσει δυνατό, ότι μπορεί να έχει επιρροή και εξουσία. Χρειάζεται, λοιπόν, να νιώσει κι αυτό ότι έχει δύναμη και να μάθει να τη χρησιμοποιεί θετικά για τη ζωή του. Τη δεκαετία του 2000 δούλευα στο Όρεγκον, σε ένα σχολείο που η πλειονότητα των μαθητών αποκαλούσε –και θεωρούσε– τον εαυτό του «white trash» –«λευκά σκουπίδια», δηλαδή. Τα παιδιά αυτά, κοινωνικά περιθωριοποιημένα, σε σχολεία πολύ υποβαθμισμένα, ασκούσαν τη δύναμή τους και την αίσθηση ότι έχουν κάποια εξουσία πάνω σε συμμαθητές και συμμαθήτριές τους Chicanos (μεξικανοί-ές μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς) ή τρανς και γκέι. Αυτό που είχε αποτέλεσμα δεν ήταν να τους κάνουμε κάποιας μορφής αντιρατσιστική διάλεξη –και, πολύ περισσότερο, κήρυγμα– αλλά να δουλέψουμε έτσι ώστε να ενδυναμωθούν όλα τα παιδιά –όχι μόνο τα θύματα, αλλά και οι θύτες. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι μιλάμε για παιδιά και ότι δεν γεννιούνται ως θύτες και εκφοβιστές. Να δουλέψουμε πώς να σχετίζονται, πώς να εκφράζουν το τι τους πονάει, τι τους ενοχλεί στη συμπεριφορά του άλλου, τι τους εμπνέει, τι ονειρεύονται και πώς προσπαθούν να πραγματοποιήσουν αυτά τα όνειρα. Κι εδώ μπλέκονται πολλά –η σωματική βία είναι ένα από τα βασικά. Θυμάμαι μια έφηβο που μου έφερε μια τούφα μαλλιών που είχε ξεριζώσει από την «εχθρό» της. Ένιωθε χαρούμενη και περήφανη εκείνη τη στιγμή για την επιτυχία. Όλη της αυτή τη δύναμη έπρεπε να μάθει να τη διοχετεύσει αλλιώς, για να μην μπαινοβγαίνει στη σωφρονιστική επιτήρηση.
Θα κλείσω μ’ αυτό: Όταν δούλευα με εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα πάνω σε θέματα ρατσισμού, σεξουαλικού προσανατολισμού και διαφορετικότητας, υπήρχε μια καταλυτική στιγμή. Η στιγμή που έρχονταν οι ίδιοι σε επαφή με το κομμάτι τους που είναι διαφορετικό, «παράξενο», που δεν χωράει στις νόρμες, για το οποίο τους είχαν κοροϊδέψει, περιθωριοποιήσει και το οποίο είχαν μάθει να το κρύβουν. Η αλλαγή συνέβαινε όταν το «περίεργο» κομμάτι τους κατάφερναν να το δουν και σαν πλούτο και προσωπική τους δύναμη, και τρόπο να αποκτήσουν μεγαλύτερη συμπόνοια και ενσυναίσθηση για τον άλλον. Πόσο πιο ενδιαφέρουσα, με ανάσα και αλληλεγγύη, γίνεται η ζωή έτσι –και για το σχολείο αλλά και ευρύτερα!

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

«Aν δεν υπάρχει έρωτας μες στην εκπαίδευση δεν υπάρχει εκπαίδευση...»

Του Κορνήλιου Καστοριάδη
Θα έλεγα πρώτα πρώτα ότι δεν μπορούμε να χωρίσουμε την εκπαίδευση από τη συνολική κοινωνική κατάσταση. Ο μακαρίτης, ο καημένος ο Πλάτων έλεγε ήδη ότι ακόμα και οι τοίχοι της πόλης εκπαιδεύουν τους ανθρώπους και νομίζω ότι αυτό είναι μια τρομερά σημαντική και βαριά αλήθεια. Η εκπαίδευση ενός ανθρώπου, η παιδεία ενός ανθρώπου αρχίζει από την ηλικία μηδέν και φτάνει ως την ηλικία ωμέγα, δηλ. τη στιγμή που θα πεθάνει, συνεχώς διαμορφώνεται αυτός ο άνθρωπος.
Διαμορφώνεται από τι; Διαμορφώνεται από όλα όσα προσλαμβάνει. Διαμορφώνεται από όλα όσα είναι γύρω του.
Λοιπόν, τί διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος περπατώντας, βλέποντας την Ακρόπολη, την Αγορά, τη Στοά και τα λοιπά και τα λοιπά και τί διαμόρφωση υφίσταται ένας σημερινός Αθηναίος ζώντας μέσα σε αυτό το φρικτό τερατούργημα που λέγεται Αθήνα και που έγινε τερατούργημα μέσα σε σαράντα χρόνια, δυνάμει όλων των μεγαλοφυών πολιτικών μας; Δεν είναι έτσι!... Ή τι διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος βλέποντας τραγωδίες στο θέατρο του Διονύσου και τί διαμόρφωση υφίσταται σήμερα ένας άνθρωπος βλέποντας τις διαφημίσεις της τηλεόρασης, δεν ξέρω τι!...
Για να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση με την αυστηρή έννοια του όρου υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: είναι ότι αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται αντικείμενο επένδυσης και πάθους και από τους εκπαιδευτές και από τους εκπαιδευόμενους και, για να το πω καθαρά, ότι αν δεν υπάρχει έρωτας μες στην εκπαίδευση δεν υπάρχει εκπαίδευση!
Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει μέσα στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη –και στο πανεπιστήμιο ακόμη- τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει.
Λοιπόν, για να τα πω επίσης καθαρά και για να γίνω πλήρως απεχθής σ’ αυτούς που με ακούνε, σήμερα οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τις επαγγελματικές τους διεκδικήσεις, οι οικογένειες ασχολούνται με το να πάρει το παιδί ένα ‘χαρτί’ και τα παιδιά ασχολούνται με ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των πραγμάτων που μαθαίνουν. Λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εκπαίδευση.
Στη Γαλλία αλλάζουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα κάθε ένα χρόνο και το σύστημα και τα λοιπά και τα λοιπά… Κάθε υπουργός παιδείας αλλάζει και κάθε χρόνο πάει και χειρότερα το πράγμα, γιατί; Γιατι δεν μπορούν να αλλάξουν, ούτε είναι ικανοί να σκεφτούν πού είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι αυτός ο έρωτας των παιδιών για αυτόν που τους διδάσκει και γι' αυτά τα οποία διδάσκει, του διδάσκοντος για τα παιδιά και γι' αυτά που διδάσκει ο ίδιος και της οικογένειας, η οποία επενδύει όλα αυτά τα πράγματα.
Για να υπάρξουν όλα αυτά πρέπει να υπάρξει μια άλλη στάση απέναντι στη ζωή και στη γνώση και όχι απλώς η στάση ότι πηγαίνουμε στο σχολείο για να πάρουμε το καλύτερο δυνατό «χαρτί» που θα μας κάνει μετά να έχουμε το καλύτερο δυνατό επάγγελμα ή να μας κάνει να βγάλουμε τα περισσότερα δυνατά λεφτά.
Όσο υπάρχει αυτή η νοοτροπία, θα υπάρχει μια συνεχής χειροτέρευση, όπως τη βλέπουμε και σε χώρες όχι σαν την Ελλάδα, αλλά σε μια χώρα όπως η Γαλλία, που έχει τεράστιες ισχυρές παραδοσιακές δομές από δέκα αιώνες και ιδίως στο θέμα της εκπαίδευσης, όπου βλέπει κανείς τη συνεχή φθορά των Λυκείων, των Γυμνασίων, εκεί πέρα και των εκπαιδευτικών και των μαθημάτων που διδάσκονται και των παιδιών και των οικογενειών. Και αυτό είναι όλο το κοινωνικοϊστορικό ρεύμα.



Μεταγραφή από το: Καστοριάδης - Εκπαίδευση
Πηγή: topikopoiisi

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Τι θα γίνει με την Ελληνική Οικογένεια;

Παραθέτουμε ένα ενδιαφέρον άρθρο της Ερατούς Χατζημιχαλάκη (οικογ. συμβούλου) για την εικόνα της ελληνικής οικογένειας, που απηχεί σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη που σχηματίζουμε και εμείς ως εκπαιδευτικοί από την καθημερινή μας επαφή με τα παιδιά κα τις οικογένειές τους:

Έρχομαι καθημερινά σε επαφή με την ελληνική οικογένεια.  Η επαφή μου με γονείς (κυρίως μητέρες) μέσω των ιδιωτικών μου ραντεβού ή μέσω των ομάδων,  μου δίνει μια εικόνα.  Η μεγαλύτερη εικόνα όμως έρχεται μέσα από τα λεγόμενα των γονιών και των δασκάλων για οικογένειες που δεν εμφανίζονται σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις ούτε καν στις δωρεάν ομιλίες που κάνω στα σχολεία.

Τι θα κάνουμε με όλους αυτούς τους πλανεμένους γονείς και παππουδογιαγιάδες που μεγαλώνουν νοσηρές προσωπικότητες και νομίζουν πως κάνουν και το σωστό; Πώς θα τους αφυπνίσουμε; Πώς θα τους φέρουμε στο δρόμο της αναγνώρισης των ευθυνών και των ορίων, πολύ περισσότερο των συνεπειών που δημιουργούν κατ’ αρχήν στα ίδια τα παιδιά και έπειτα στην κοινωνία;  Πώς θα διδάξουμε τη διάκριση;  Παρατηρώ άκρα στις συμπεριφορές των γονιών.   Έχουμε εκείνη την ομάδα των ενηλίκων που όντας μειονεκτικοί και άσημοι γαλουχούν τα παιδιά τους να γίνονται μάγκες και θύτες και έχουμε και εκείνους τους μειονεκτικούς και άσημους που με την έλλειψη αποδοχής και παραδοχής οδηγούν τα παιδιά τους στο ρόλο του θύματος.  Τι θα κάνουμε για να τα αποφύγουμε και τα δύο που είναι εξ ίσου νοσηρά και απευκταία;  Μεγάλος  ο προβληματισμός.  Μεγάλο το δίλλημα.  Υπάρχουν περιπτώσεις που μόνο ο εισαγγελέας θα έπρεπε να παρέμβει.  Υπάρχουν οικογενειακές συνθήκες που είναι τόσο νοσηρές για τον ψυχισμό του παιδιού που μόνο ένα υγιές κοινωνικό σύστημα θα έπρεπε να παρέμβει και να εξυγιάνει.   Υπάρχει όμως;  Για ποιο σύστημα να μιλήσουμε;  Το ανύπαρκτο ή το διαβρωμένο;
Και έτσι μένουμε να παρατηρούμε εκ του μακρόθεν ότι πέφτει στην αντίληψή μας και να φτύνουμε τον κόρφο μας που δεν συμβαίνει σε μας.  Γινόμαστε όμως μάρτυρες της νοσηρής συνθήκης, γινόμαστε συνεργοί στο τραύμα της κοινωνίας επειδή ανεχόμαστε τον αποπροσανατολισμένο, τον μη αφυπνισμένο, τον εξυπνάκια, τον ανόητο, τον μειονεκτικό που συμπεριφέρεται αλαζονικά γιατί νομίζει πως αυτός και ο κανακάρης του είναι το κέντρο του κόσμου.  Γινόμαστε μάρτυρες της νοσηρής συνθήκης που ονομάζεται «δεμένη οικογένεια» με το τριώροφο με τα κλειδιά έξω απ’ τις πόρτες, όπου δεν υπάρχει όριο, δεν υπάρχει προσωπικός χώρος και χρόνος, δεν υπάρχει απογαλακτισμός.  Γινόμαστε μάρτυρες της θυσίας της γιαγιάς - μάνας που μεγαλώνει τα εγγόνια, βάζει πλυντήρια, μαγειρεύει για «να έρθουν τα παιδιά να τα βρουν έτοιμα»!  Τα παιδιά που δεν μεγαλώνουν ποτέ και δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους ποτέ.  Και στο βωμό της «δεμένης οικογένειες» θυσιάζονται όλοι αλλά κυρίως παραδειγματίζονται λανθασμένα τα παιδιά.
Γινόμαστε μάρτυρες εκείνης της μάνας που αφού δεν κατάφερε να γίνει βασίλισσα επιθυμεί να γίνει βασιλομήτωρ και κάνει στον κανακάρη της αυτά που θα έπρεπε να κάνει από χαρά και επιλογή για τον πατέρα του.  Και παρατηρούμε τον πατέρα αποδυναμωμένο και δυστυχή να γίνεται ένα μοντέλο προς αποφυγήν του κανακάρη του. Παρατηρούμε εκείνη τη μάνα που υπομένει τον βάναυσο πατέρα και αναγκάζεται να σκύβει με θλίψη και μελαγχολία και μόνο της μέλημα να είναι οι δουλειές και η τηλεόραση.  Τι εξαίρετο παράδειγμα για την κόρη που θέλει να φύγει με την πρώτη ευκαιρία να μην βλέπει να μην ακούει να μην αντιλαμβάνεται τον συμβιβασμό. Και φεύγει με τον πρώτο που της υπόσχεται δράση και νόημα.  Αλλά είναι ο κατάλληλος;  Πώς να μάθει να επιλέγει!  Αφού έζησε όλη τη ζωή μέσα στο συμβιβασμό.   Έμαθε να κόβει με το μαχαίρι την δόνηση του συμβιβασμού, του φόβου, του θυμού, των ενοχών μέσα στο σπίτι. Έχω ακούσει πολλούς νέους να λένε.  «Δεν θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου».  «Δεν έχω τίποτα να κάνω στην απέραντη σιωπή των γονιών μου»  «Δεν θέλω να τους ακούω να κατηγορεί ο ένας τον άλλο», αλλά εκείνοι αν τους ρωτήσεις θα πουν "θυσιάζομαι για τα παιδιά" και άλλα τέτοια τραγικά και ολέθρια για τον ψυχισμό του νέου ανθρώπου που υποτίθεται βάζει τα θεμέλια της δικής του συντροφικής ζωής.  Πώς να χτίσει σχέσεις! Πώς να συνεργαστεί! Πώς να συνυπάρξει!  Πού το είδε αυτό; Ποιος του το δίδαξε;
Χρειάζονται αφύπνιση οι γονείς.  Χρειάζονται εκπαίδευση.  Χρειάζονται μαθητεία.  Δεν υπάρχει σπουδαιότερος ρόλος στη ζωή.  Δεν υπάρχει πιο σημαντική ενασχόληση εκτός από εκείνη του γονιού.  Ποιος μας έχει πείσει ότι είναι ένστικτος ο ρόλος;  Ποιος μας έχει αναγκάσει να θεωρούμε ότι ξέρουμε ενώ δεν ξέρουμε και δεν κάνουμε και καμία προσπάθεια για να μάθουμε.  Αφού η πολιτεία δεν το κάνει, αφού το Σχολείο δεν μπορεί γιατί το βάζουν να κάνει άλλα, ας το κάνουν οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων.  Ας μην ασχολούνται με τις εμπάθειες και τις ίντριγκες των μεταξύ των σχέσεων.  Ας οδηγηθούν να αντιληφθούν πως ο ρόλος τους είναι να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι γονείς και να εμπνεύσουν την αφύπνιση και όσων κοιμούνται ακόμη.
Δεν μπορεί να ακούω από στόματος Διευθυντού Δημοτικού Σχολείου, «κυρία μου τα Σχολεία έχουν γίνει parking παιδιών.  Έχω τουλάχιστον 20 ανεπίδοτα ενδεικτικά μαθητών της προηγούμενης χρονιάς στο συρτάρι μου.  Δεν έχουν έρθει να τα πάρουν!  Δεν έχουν έρθει να μάθουν τι κάνει το παιδί τους στο Σχολείο».  Και απ’ την άλλη έχουμε γονείς οι οποίοι παρασυρόμενοι από τις διαδώσεις διασύρουν δασκάλους, εμποδίζουν το έργο του Σχολείου, παρεμποδίζουν τη δομή και την οργάνωση γιατί αμφισβητήθηκε  η πρωτιά του παιδιού τους!  Ας εμπνευστούν οι Σύλλογοι ιδέες για να φέρουν τους γονείς σε δράσεις συνεργατικές, δράσεις χαράς και ομαδικότητας.  Ας δουν πώς να συνδράμουν στη ανάπτυξη σχέσεων.  Έτσι κι αλλιώς η γειτονιά έχει εκλείψει ας την αναπαράγουμε στην αυλή του Σχολείου. 
Νοσεί η κοινωνία μας.  Νοσεί βαρύτατα! Χρειάζεται να κάνουμε κάτι. Χρειάζεται να λειτουργήσουμε ως πυρήνες αφύπνισης όποιος αντιλαμβάνεται την αλήθεια αυτών που λέγονται σ’ αυτές τις γραμμές ας τολμήσει.  Ας γίνει η αλλαγή που θέλει.  Ας φανταστεί! Ας οραματιστεί και ας τραβήξει το χορό.  Ο δρόμος είναι δύσκολος έτσι κι αλλιώς, καλύτερα να τον πάμε χορεύοντας. 

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Η αριστεία και η κουλτούρα των βραβείων

Αριστείας συνέχεια...
Άλλο ένα δημοσίευμα του 2015 από την εφημερία "Δρόμος της Αριστεράς", που παραμένει επίκαιρο: του Κωνσταντίνου Πουλή.

Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής: όταν η μάθηση μοιάζει να συμβαίνει (αλλά δεν συμβαίνει)

(Αναδημοσίευση του άρθρου του Δημ. Αναστασίου, Καθηγητή στο SE University of Illinois) Η έννοια της συμμετοχής/εμπλοκής (engagement) των μα...